30 Νοε 2011

Δώδεκα Λίθοι: Διαμάντι


Ένα μίνι διαδικτυακό μυθιστόρημα σε συνέχειες...

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  ΤΡΙΤΟ
Διαμάντι
Κάτω στο δρόμο εν τω μεταξύ, ο Γιάννης με τη Μαίρη έκαναν στην αρχή δυο -τρεις βόλτες γύρω απ΄το Υπουργείο με το αυτοκίνητο, η ώρα περνούσε και είπαν να ξεμακρύνουν λίγο προς το Πολεμικό Μουσείο. 
Η εικόνα στους δρόμους απογοητευτική όπως πάντα άλλωστε τα τελευταία χρόνια. 
-Πιστεύεις ότι θα βρουν κάτι;  ρώτησε κάποια στιγμή η Μαίρη.
-Δεν ξέρω. Μακάρι. Ο Γιάννης ήταν απορροφημένος στις σκέψεις του. 
-Αλλά και πάλι, πολύ μπλέξιμο βρε παιδάκι μου. Ολλανδία, σου λέει και τρέχα-γύρευε. Και άραγε να μας παρακολουθούν ακόμα; Η Μαίρη επέμενε.
-Α! Αυτό το είχα ξεχάσει, απάντησε ο Γιάννης. Αλήθεια, τώρα το ξαναθυμήθηκα γιατί φύγαμε προχτές το βράδυ άρον-άρον. 
Ο Γιάννης κοίταξε απ΄τον καθρέφτη, για να δει τι γίνεται πίσω κι αν τους ακολουθεί κανείς.
-Δε βλέπω τίποτα. Εξάλλου πως να μας παρακολουθήσει; Δε θα το καταλαβαίναμε με ένα άλλο αυτοκίνητο θα είμαστε όλα κι όλα δύο στο δρόμο.
Δεν είχε άδικο, αφού η άλλοτε γεμάτη αμάξια λεωφόρος τώρα ήταν γεμάτη άστεγους. Τα αυτοκίνητα είχαν αραιώσει πολύ, εδώ και καιρό. 

Ξαφνικά ο Γιάννης πάτησε απότομα το φρένο. Το αυτοκίνητο τραντάχτηκε, η Μαίρη κόντεψε να φύγει απ΄το παρμπρίζ και ο Γιάννης έκανε αναστροφή καθώς τα λάστιχα έτριξαν στο δρόμο. Ένα μπουλούκι αστέγων απ΄το πεζοδρόμιο σκορπίστηκε φωνάζοντας, κι ο Γιάννης κατέβαινε τώρα τη Βασιλίσσης Σοφίας με μεγάλη ταχύτητα.
-Γιάννη! Τι έγινε τώρα; Ούρλιαξε η Μαίρη.
-Να...εκεί! είπε ο Γιάννης χωρίς να πάρει τα μάτια του απ΄το δρόμο, δείχνοντας μπροστά.

Μια μαύρη λουστραρισμένη λιμουζίνα είχε παρκάρει στην άκρη του δρόμου μπροστά τους. 
Ο Γιάννης σταμάτησε πίσω της.
-Μην κατέβεις, είπε στη Μαίρη, άφησε τη μηχανή αναμμένη και κατέβηκε απ΄το αυτοκίνητο.

Πλησίασε τη λιμουζίνα. Στο πίσω κάθισμα διέκρινε μέσα απ΄τα σκούρα τζάμια έναν άντρα, ο οδηγός ήταν στη θέση του και δίπλα απ΄το αυτοκίνητο είχαν σταθεί δυο πανύψηλοι τύποι, ντυμένοι με μαύρα κουστούμια. Τους αναγνώρισε. Ήταν οι τύποι του επεισοδίου με τον αμέθυστο, στην πλατεία Συντάγματος λίγες μέρες πριν. Ο Γιάννης πλησίασε κι άλλο. Ο τύπος απ΄το πίσω κάθισμα κατέβασε το τζάμι και εμφανίστηκε στο παράθυρο. 
-Καλημέρα! είπε ο μουσάτος. Πραγματικά ήταν ο μουσάτος του επεισοδίου.
Ο Γιάννης τον κοίταζε αμήχανος. Με όλα αυτά που είχαν συμβεί, δεν ήξερε τι να κάνει. Περίμενε τα χειρότερα.
-Με θυμάσαι ασφαλώς! συνέχισε ο μουσάτος.
-Ναι... απάντησε ο Γιάννης ψελλίζοντας.
-Έλα...έλα πέρασε στο αμάξι. Ο τύπος επέμενε και άνοιξε την πόρτα.
Ο Γιάννης έριξε μια ματιά στη Μαίρη, που φαινόταν να έχει τρομάξει πολύ και του έκανε απελπισμένα νοήματα να φύγουν. Ο Γιάννης της έγνεψε ότι ήταν εντάξει. Μπήκε στο αμάξι και κάθισε δίπλα απ΄το μουσάτο.
-Την προηγούμενη φορά δεν προλάβαμε να συστηθούμε ή καλύτερα δεν ήταν κατάλληλες οι στιγμές για να το κάνουμε: Μίλτος Λαμπωτάς.
-Γιάννης...
-Λοιπόν, Γιάννη νομίζω ότι έτσι όπως γνωριστήκαμε δεν ήταν πρέπον, θα ήταν καλό να ξαναγνωριστούμε. 
Ο Γιάννης τα ΄χασε. Αλλά ο μουσάτος συνέχισε.
-Γιατί δεν έρχεται και η κοπέλα; Μαίρη νομίζω...κι έκανε νόημα στους σωματοφύλακες να φωνάξουν και τη Μαίρη. 
Ο Γιάννης της έκανε νόημα ότι όλα είναι καλά, έτσι αισθανόταν τουλάχιστον και σε λίγο η Μαίρη καθόταν μαζί τους στη λιμουζίνα. Ο Μίλτος Λαμπωτάς παράγγειλε καφέδες και σάντουιτς στους γορίλες του, αυτοί τα έφεραν αμέσως και μετά την πρώτη ρουφηξιά καφέ ο μέχρι πριν λίγο άγνωστος μουσάτος άρχισε να διηγείται μια παράξενη ιστορία. Στη γραβάτα του λαμπύριζε ένα πανάκριβο διαμάντι. Το ίδιο και στο μπαστούνι που κρατούσε. Άλλα δυο μικρά διαμάντια κοσμούσαν τα μανικετόκουμπά του. Ο τύπος ήταν ένα κινητό αδαμαντωρυχείο. Αλλά η ιστορία που διηγήθηκε ήταν ακόμη πιο πολύτιμη. 
(Συνεχίζεται...)

Δημοσίευση σχολίου