14 Νοε 2011

Δώδεκα Λίθοι: Λάπις Λάζουλι

Ένα μίνι διαδικτυακό μυθιστόρημα σε συνέχειες...


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ (συνέχεια...)


Λάπις Λάζουλι

Ξημέρωνε, κι ο Γιάννης ξυπνούσε από ύπνο πολύ βαθύ. Ο ουρανός είχε πάλι πάρει να σκοτεινιάζει. Πήγαινε για βροχή. Ήταν Σάββατο και κατηφόρισε προς την Ακαδημίας, πριν πάρει και πάλι το δρόμο για τα γνωστά σπίτια στην Κηφισιά. Κάθε Σάββατο, στους τοίχους της Ακαδημίας και του Πανεπιστημίου κολλούσαν κάποιοι άγνωστοι εφημερίδες τοίχου. Μάλλον η κυβέρνηση, μπορεί και κάποιοι δημοσιογράφοι που τώρα δεν είχαν δουλειά. Κανείς δεν ήξερε. Η Μεγάλη Κρίση είχε κλείσει όλες τις κανονικές εφημερίδες και για ίντερνετ ούτε λόγος. Ελάχιστοι διέθεταν τη δυνατότητα. Κι έτσι, οι πολίτες μαζευόντουσαν για να διαβάσουν τις εφημερίδες τοίχου και να μάθουν τα νέα

Πιο πολύ τους ενδιέφερε αν θα μοίραζε το κράτος μερίδες φαγητού με δελτίο - το έκαναν αυτό μια-δυο φορές την εβδομάδα αλλά ήταν τόσες λίγες μερίδες και γινόταν τέτοιος χαμός-  ή αν υπήρχε κάποια εξέλιξη με τις φήμες που για καιρό τώρα έλεγαν για πλοία με φαγητό και σκηνές που θα ερχόταν απ' το εξωτερικό για τους άστεγους. Τα άλλα δεν ένοιαζαν τον κόσμο, που έφευγε απογοητευμένος για να ξαναγυρίσει στην αναζήτηση τροφής και καταλύματος.

Ο Γιάννης στήθηκε στην ουρά για να διαβάσει την εφημερίδα του τοίχου. Φοβόταν κιόλας μέσα σε τόσο κόσμο μήπως και κανένα κλεφτρόνι του αρπάξει απ' την τσέπη τα λεφτά που του είχε δώσει ο περίεργος μουσάτος. Σπάνια ερχόταν να διαβάσει, αλλά σήμερα μετά τις συμπτώσεις με τον αμέθυστο και το τοπάζι ήρθε μήπως και τον φωτίσουν οι ειδήσεις. Μετά από κάμποσα λεπτά αναμονής, έφτασε μπροστά στον τοίχο κι άρχισε να χτενίζει την εφημερίδα με το βλέμμα, γιατί αν αργούσε πολύ θα άρχισαν να του φωνάζουν οι πιο πίσω. Αυτό που διάβαζε τον έκανε να ζαλιστεί για λίγο:

"Νεκρός βρέθηκε από συγγενικό του πρόσωπο που πήγε να τον επισκεφθεί.χθες το απόγευμα στο γραφείο του σπιτιού του ο γνωστός επιχειρηματίας Ισ. Κλεισθένης  Η αστυνομία ερευνά την υπόθεση".

Ταράχτηκε. Έπρεπε να ειδοποιήσει τη Μαίρη. Ίσως να ήταν η τελευταία που είχε δει τον Κλεισθένη ζωντανό. Κι η αστυνομία ψάχνει. Οπωσδήποτε τη Μαίρη, να της το πει.

Πήρε το δρόμο για την Αγία Παρασκευή, προς το σπίτι της Μαίρης. Καθώς περπατούσε, σκεφτόταν γιατί να το κάνει. Γιατί να μπλέξει. Δεν την ήξερε τη Μαίρη. Αλλά πάλι, δεν ήξερε και κανέναν στην πόλη. Όλοι οι γνωστοί του, οι φίλοι του είχαν εξαφανιστεί. Άλλοι είχαν αλλάξει πόλη, άλλοι είχαν χαθεί χωρίς να επικοινωνήσουν ξανά, τα τηλέφωνα είχαν πια κοπεί, και βέβαια πολλοί μπορεί να είχαν καταλήξει άστεγοι σαν κι αυτόν. Η Μαίρη ίσως ήταν το μόνο πρόσωπο που είχε ανταλλάξει δυο κουβέντες παραπάνω εδώ και πολύν καιρό. Έπρεπε να πάει. Οι κάδοι μπορούσαν να περιμένουν κι εξάλλου μήπως ήταν κι επικίνδυνο με τόση αστυνομία τριγύρω απ' το σπίτι του Κλεισθένη, αυτός να ψάχνει στα σκουπίδια. Ναι, η Κηφισιά μπορούσε να περιμένει και ίσως καλύτερα να μην ξαναπατούσε ποτέ εκεί. Εξάλλου γι' αυτό δεν είχε εντοπίσει κι άλλους κάδους; Για τέτοια περίπτωση.

Αλλά πάλι - αναρωτιόταν -λες η Μαίρη να είχε σχέση με το θάνατο του Κλεισθένη; Μήπως του είχε πει ψέμματα; Αλλά γιατί; Και η λιποθυμία της ήταν κι αυτή ψεύτικη;

Μετά από κανά δυο ώρες περπάτημα ήταν στην Αγία Παρασκευή, έξω από το υπόγειο που έμενε η κοπέλα. Κοίταξε τριγύρω αν ήταν κανείς. Θυμήθηκε ότι η Μαίρη δε θα ήθελε να δει κανείς ότι στο σπίτι της μπαινοβγαίνουν άγνωστοι. Ήταν επικίνδυνο αυτές τις εποχές. Ευτυχώς δεν ήταν κανείς. Χτύπησε μαλακά την πόρτα. Μετά από λίγο άκουσε τη φωνή της:

-Ποιος είναι;

-Γιάννης!

Η πόρτα άνοιξε και φάνηκε το χαρούμενο, κατάλευκο πρόσωπο της Μαίρης.

-Καλημέρα! Τι κάνεις εδώ; τον ρώτησε με κάποια απορία είναι η αλήθεια.

-Καλημέρα. Πρέπει να σου μιλήσω. Κάτι σοβαρό!

-Τι έγινε;

-Μπορώ να μπω;

-Ναι.

Μπαίνοντας ο Γιάννης, η Μαίρη ξανακοίταξε μήπως τον είδε κανείς να μπαίνει στο υπόγειό της, κι ανέβηκε τα σκαλάκια κοιτάζοντας δεξιά κι αριστερά . Κανείς. Ξανακατέβηκε, μπήκε στο σπίτι, κλείνοντας πίσω της την πόρτα.

Η Μαίρη άκουσε απ' το Γιάννη τα νέα και άναβε το τρίτο απανωτό τσιγάρο. Ήταν κάτωχρη κι έτρεμε.

-Σου ορκίζομαι σ' ό,τι έχω ιερό - εδώ δεν μπόρεσε να κρατήσει ένα δάκρυ της- πως δεν έχω καμία σχέση με το θάνατο του Κλεισθένη. Εγώ τον άφησα ταραγμένο αλλά ζωντανό. Σίγουρα ζωντανό. Οι φωνές του ακουγόντουσαν μέχρι έξω!

-Εγώ σε πιστεύω, είπε σιγά ο Γιάννης. Η αστυνομία όμως μπορεί και να μη σε πιστέψει.

-Και τι κάνω τώρα; Η Μαίρη είχε ταραχτεί πολύ. Δε συγκρατούσε πλέον το κλάμα της.

-Νομίζω ότι το πιο σωστό, έτσι όπως έγιναν τα πράγματα, είναι να πάμε μαζί στην αστυνομία και να εξηγήσουμε τι έγινε. Αυτοί θα ψάξουν, θα βρουν και θα καταλάβουν ότι δεν έχεις καμία σχέση.

Η Μαίρη σκούπισε τα μάτια της κι ανακάθισε να σκεφτεί. Η ματιά της έπεσε στο βραχιόλι με το τοπάζι που της είχε δώσει, στην πραγματικότητα την είχε εκβιάσει να το φορέσει, ο Κλεισθένης.

-Και αν δεν εμφανιστώ, θα νομίσουν ότι έκλεψα και το βραχιόλι, έτσι δεν είναι;

-Το είχα ξεχάσει αυτό, είπε ο Γιάννης. Σίγουρα. Πρέπει οπωσδήποτε να πάμε στην αστυνομία.

Η Μαίρη σηκώθηκε φόρεσε μια ζακέτα μάλλινη, έσιαξε λίγο τα μαλλιά της, σκούπισε τα μάτια της και προχώρησε προς την πόρτα.

-Πάμε.

Πήγαν μαζί στο Τμήμα, τους υποδέχθηκε ένας αστυφύλακας, και του είπαν ότι θα ήθελαν να μιλήσουν με τον υπεύθυνο των ερευνών για το θάνατο του Κλεισθένη. Εκείνος συμπλήρωσε κάποια χαρτιά κάνοντας τις τυπικές ερωτήσεις, ονόματα, διευθύνσεις και τα σχετικά και μετά έκανε κάποια τηλέφωνα και τους είπε ότι πρέπει να πάνε μέχρι την Κηφισιά. Θα τους διέθετε ένα περιπολικό που θα πήγαινε στο σπίτι του Κλεισθένη, γιατί εκεί βρισκόταν κι ο αστυνόμος που είχε αναλάβει την υπόθεση. Όταν έφθασαν, ένας γκριζομάλλης, πολύ κοντός άντρας με τριμμένο γκρι σακάκι και μπλε παντελόνι τους υποδέχθηκε στην είσοδο του σπιτιού.

-Αστυνόμος Ζωναίος, συστήθηκε ο κοντός. Με ενημέρωσαν ότι γνωρίζετε για την υπόθεση. Παρακαλώ, ας περάσουμε στο σπίτι.

Δε φάνηκε να του προκαλεί καμιά αντίδραση ούτε η εμφάνιση του Γιάννη με τα κουρελιασμένα ρούχα, τα μαλλιά και τα γένια, ούτε η ταραχή της Μαίρης.

Κάθισαν στο σαλόνι. Το σπίτι ήταν αντάξιο ενός βαθύπλουτου βιομηχάνου, έστω και σε περίοδο τέτοιας οικονομικής κρίσης. Η Μαίρη κι ο Γιάννης κάθισαν μαζί, σ' ένα καναπέ από ξύλο και δέρμα. Ο αστυνόμος πήρε μια καρέκλα, την έβαλε απέναντί τους και κάθισε κι αυτός. Έβγαλε ένα τετράδιο, σχολικό μπλε, κι ένα μολύβι. Η κρίση είχε αφήσει τα σημάδια της ακόμη και στα αστυνομικά εργαλεία. Στο μεταξύ μπαινόβγαιναν διάφοροι, άλλοι αστυνομικοί με στολή άλλοι μάλλον αστυνομικοί με πολιτικά, σαν το Ζωναίο.

-Σας ακούω. Παρακαλώ, αρχίστε με όνομα κι επώνυμο και τη σχέση που είχατε με τον εκλιπόντα.

Η Μαίρη άρχισε να διηγείται τα περιστατικά με κάθε λεπτομέρεια που θυμόταν. Πως γνώρισε τον Κλεισθένη - από μια αγγελία - πως κανόνιζαν τα ραντεβού τους, τι έγινε εκείνο το βράδυ. Έφτασε και στο βραχιόλι και το έδειξε στον αστυνόμο. Αυτός το κοίταξε με απάθεια. Στο μεταξύ σημείωνε πολύ λίγα πράγματα. Όσο μιλούσε η Μαίρη, ο Γιάννης παρατήρησε κάτι που του έκανε εντύπωση. Ο αστυνόμος κάποια στιγμή, έβγαλε ένα μικρό κομπολόι, με μια μεγάλη μπλε πέτρα δεμένη πάνω του. Το κράτησε για λίγο στα χέρια του, έπαιξε νευρικά και μετά το ξανάκρυψε σε μια τσέπη του σακακιού για να σημειώσει κάτι που άκουσε από τη Μαίρη. Όταν η κοπέλα τελείωσε με την αφήγησή της, ο αστυνόμος στράφηκε προς το Γιάννη.

-Εσείς είστε ο Γιάννης που ανέφερε η κυρία;

-Ναι, έγνεψε ο Γιάννης.

-Μάλιστα. Νομίζω ότι δε θα σας χρειαστώ άλλο για σήμερα. Έχουμε τα στοιχεία σας και μπορείτε να φύγετε. Αν σας χρειαστώ και πάλι ξέρω που θα σας βρω, είπε ο αστυνόμος και σηκώθηκε, βάζοντας στις τσέπες του τετράδιο και μολύβι, κάπως βιαστικά κι αδέξια.

-Ξέρετε, έχω να διευκρινίσω κάτι...είπε ο Γιάννης στον αστυνόμο.

-Τι;

-Η διεύθυνση που έδωσα είναι της Μαίρης, εγώ...μάλλον...

-Άστεγος ε; Ρώτησε ο αστυνόμος κι έκανε να βγάλει και πάλι το τετράδιο και το μολύβι να σημειώσει το νέο δεδομένο. Όμως του έπεσε το κομπολόι με τη μπλε πέτρα. Ο Γιάννης έσκυψε να το πιάσει, καθώς ο αστυνόμος σημείωνε.

-Λάπις Λάζουλι! είπε με περηφάνεια ο αστυνόμος. Σ' ευχαριστώ.

-Παρακαλώ, αποκρίθηκε ο Γιάννης. Αλλά τι είπατε;

-Λάπις Λάζουλι, η πέτρα στο κομπολόι...

-Μάλιστα. Η τρίτη πέτρα.

-Ποια τρίτη πέτρα; ρώτησε ο αστυνόμος.

-Τίποτα, συμπτώσεις μάλλον, έκανε ο Γιάννης.

-Πολλές φορές οι συμπτώσεις κάτι σημαίνουν. Έτσι λέμε στη δουλειά μας είπε ο αστυνόμος. Λοιπόν, δε θα σας χρειαστώ άλλο. Όλα δείχνουν ότι ο Κλεισθένης έφυγε μάλλον από καρδιά, από την οποία έπασχε από καιρό. Ο ιατροδικαστής δε βρήκε τίποτα περίεργο πάνω του. Ούτε βία, ούτε...πως να το πω, κάτι που να σχετίζεται με τη συνάντησή σας δεσποινίς. Περιμένω κάποιες εξετάσεις κι αν όλα βγουν καθαρά, θα κλείσω και το φάκελο. Στο μεταξύ, πάρτε την κάρτα μου κι αν θυμηθείτε κάτι παραπάνω, παρακαλώ πηγαίνετε στο πλησιέστερο τμήμα, δώστε την κάρτα και θα σας φέρουν σ' επαφή μαζί μου. Πάντως, προσέχετε...

-Ευχαριστούμε αστυνόμε. Είπε η Μαίρη ανακουφισμένη.

Σηκώθηκαν, πήρε το Γιάννη απ' το μπράτσο κι έφυγαν προς την πόρτα. Ο αστυνόμος τους ακολούθησε να τους ξεπροβοδήσει.

-Ποιες είναι οι άλλες δύο πέτρες; Ρώτησε το Γιάννη, λίγο πριν τους ανοίξει την πόρτα του κήπου και βγουν στο δρόμο.

-Ο αμέθυστος εδώ και το τοπάζι που είδατε της Μαίρης. Αλλά γιατί ρωτάτε αστυνόμε; Δεν είπαμε συμπτώσεις; απάντησε ο Γιάννης που ταυτόχρονα του έδειχνε το μενταγιόν του με την πέτρα από αμέθυστο.

-Παράξενο...είπε ο αστυνόμος κι έξυσε το γκρίζο κεφάλι του.
-Τι είναι παράξενο; Ρώτησε η Μαίρη, κοιτάζοντας με νεύρα το Γιάννη που τώρα έπιανε κουβέντα με τον αστυνόμο ενώ αυτή ήθελε να ξεχάσει την περιπέτειά της, φεύγοντας όσο το δυνατόν πιο γρήγορα από το σπίτι.

-Τίποτα, έκανε αμήχανα ο αστυνόμος. Στο καλό!
-Γεια σας αστυνόμε, είπε ο Γιάννης.
Ξεμακραίνοντας απ' το αρχοντικό του Κλεισθένη, ο Γιάννης με τη Μαίρη δεν αντάλλαξαν κουβέντα. Όπως φαινόταν, είχαν ξεμπερδέψει με την αστυνομία και αυτό τους αρκούσε. Είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει κι έπιανε απόγευμα. 
-Κερνάω καφέ και μπισκότα στο σπίτι μου, πρότεινε η Μαίρη. Αλλά αν θες να μείνεις για το βράδυ, θα βολευτείς στις καρέκλες, πρόσθεσε με κάπως απότομο ύφος.
-Ε; Ο Γιάννης σκεφτόταν ακόμη όλα αυτά που τους είχαν συμβεί. Τη γνωριμία τους, το θάνατο του Κλεισθένη και τα διάφορα πετράδια που ξαφνικά άρχισαν να εμφανίζονται στην άχαρη ζωή του, απ' το πουθενά.
-Τι δεν κατάλαβες; ξαναρώτησε η Μαίρη.
-Α, τίποτα. Για τον καφέ λες. Εντάξει.
Όταν έφτασαν στο σπίτι της Μαίρης, ήταν κιόλας βράδυ. Μπήκαν μέσα, άναψαν δυο κεράκια, η Μαίρη έφτιαξε τους καφέδες κι έβαλε τα μπισκότα στο τραπέζι.
-Απ' τον καημένο τον Κλεισθένη, θυμήθηκε η κοπέλα.
Ο Γιάννης ήταν ακόμη χαμένος στις σκέψεις του. Η τελευταία φράση του αστυνόμου του τρύπαγε τη σκέψη. Τι ακριβώς ήταν παράξενο στα μάτια του Ζωναίου; Τι σχέση θα μπορούσαν να έχουν τα πετράδια - ο αμέθυστος, το τοπάζι και το λάπις λάζουλι - που βρισκόντουσαν στα χέρια τόσο άσχετων μεταξύ τους ανθρώπων; Σκεφτόταν και στα χέρια του έπαιζε την κάρτα του αστυνόμου. 
-Μαίρη, κατάλαβες εσύ τίποτα απ' τον αστυνόμο; Γύρισε να της μιλήσει, αλλά η Μαίρη είχε ήδη πάει για ύπνο στο μικρό υπνοδωμάτιο.
Ο Γιάννης αποκοιμήθηκε ακουμπισμένος πάνω στο τραπέζι.
(Συνεχίζεται...)
 
Δημοσίευση σχολίου