14 Νοε 2011

Δώδεκα Λίθοι: Τοπάζι

Ένα μίνι διαδικτυακό μυθιστόρημα σε συνέχειες...


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ (συνέχεια...)


Τοπάζι


     Το ξημέρωμα βρήκε το Γιάννη να περπατά προς Κηφισιά, προς το συνηθισμένο του στέκι, τους κάδους σκουπιδιών έξω από τα απομονωμένα πλουσιόσπιτα. Ναι, είχε πια κάποια χρήματα για φαγητό, μετά το περιστατικό με το μενταγιόν, αλλά ήξερε καλά ότι αυτά θα τέλειωναν γρήγορα κι ότι ακόμη θα μπορούσαν να τον κλέψουν ή να τα χάσει. Η εξασφάλιση φαγητού ήταν θέμα επιβίωσης και δεν μπορούσε να το διακινδυνεύσει. Έπρεπε να ξέρει τι γίνεται με τους κάδους, αν τα σπίτια είχαν ακόμη ενοίκους, ή αν τους είχαν ανακαλύψει κι άλλοι άστεγοι κι απελπισμένοι οπότε κι αυτός έπρεπε να κοιτάξει αλλού.


  Έφτασε κατά τις οκτώ το πρωί, μετά από δυο ώρες δρόμο με τα πόδια. Έκανε τσουχτερό κρύο ακόμη, αλλά η μέρα φαινόταν επιτέλους καθαρή, μετά από μια βδομάδα συννεφιά. Έφτασε στους κάδους ενώ στην απέναντι πλευρά του δρόμου τα δυο πλουσιόσπιτα στεκόντουσαν ατάραχα, αδιάφορα στη λαίλαπα και στο λιμό που θέριζε τη χώρα. Κρύφτηκε στο δασάκι που βρισκόταν απέναντι από τα σπίτια και πίσω απ' τους κάδους. Το είχε συνηθίσει πια το θέαμα των σπιτιών και δεν του έκανε εντύπωση, ούτε καθόταν να σκεφτεί ποιοι και πως ζούσαν εκεί μέσα. Αυτός ενδιαφερόταν μόνο για τα σκουπίδια και το φαγητό που θα έβρισκε μέσα εκεί. Περίμενε να ξεπορτίσει κάποιος ένοικος, να αφήσει τη σακούλα με τα σκουπίδια μέσα στον κάδο, να απομακρυνθεί και μετά να αρχίσει να ψάχνει. Αυτή ήταν η καθημερινή του ρουτίνα.
     
   Η βαριά πόρτα του κήπου απ' το σπίτι στα δεξιά μισάνοιξε κι εμφανίστηκε μια κοπέλα. Δεν την είχε ξαναδεί αλλά αυτό δεν τον ένοιαζε καθόλου. Εκείνο που πρόσεξε ήταν ότι δεν κρατούσε σκουπιδοσακούλα. Κι αυτό τον στεναχώρησε κάπως. Η κοπέλα περπατούσε παραπατώντας. Τότε την πρόσεξε περισσότερο. Αλλά μόλις έκανε λίγα μέτρα απ' το σπίτι έπεσε λιπόθυμη. Δεν του ήταν ξένο το θέαμα να λιποθυμούν άνθρωποι στο δρόμο από την πείνα και την ανέχεια. Το είχε κι αυτό συνηθίσει μαζί με τις άλλες αλλαγές στη ζωή του και δεν έδινε πια πολύ σημασία. Αλλά τώρα βρισκόταν να κοιτάζει μια λιπόθυμη κοπέλα, σε ένα ερημικό δρόμο και αισθάνθηκε ότι κάτι έπρεπε να κάνει.


   Έτρεξε προς το μέρος της κοπέλας, έσκυψε πάνω της και τότε την είδε από κοντά. Λευκό, πορσελάνινο πρόσωπο, κατακόκκινα λεπτά χείλη, μαλλιά κεραμιδένια. Φορούσε μια γούνα γκριζωπή, γάντια κρεμ δερμάτινα, και κίτρινες γόβες. Πιο πέρα της είχε πέσει ένα κίτρινο τσαντάκι, γυαλιστερό, κοριτσίστικο. Στο αριστερό χέρι φορούσε ένα βραχιόλι με ένα μεγάλο τετράγωνο πετράδι στο χρώμα του κονιάκ. Κάτι άλλο δε σου κανε εντύπωση πάνω της. Φαινόταν απλή κοπέλα, χωρίς τον αέρα που θα νόμιζε κανείς ότι έπρεπε να έχουν οι ένοικοι ενός τόσο πλούσιου σπιτιού. Το ντύσιμό της ταίριαζε με τα πολύχρωμα και άσχετα ρούχα που φορούσαν οι άνθρωποι τα τελευταία χρόνια, απομεινάρι της Μεγάλης Κρίσης, που τίναζε στον αέρα και γούστο και μόδα.


    Ο Γιάννης τη χτύπησε ελαφρά στα μάγουλα για να ξαναβρεί τις αισθήσεις της. Τα μάτια της τρεμόπαιξαν για λίγο μέσα απ' τα βλέφαρα και άνοιξαν. Ναι, ήταν γαλάζια και διάφανα όπως σε κάθε τέτοια σκηνή, σκέφτηκε ο Γιάννης χαμογελώντας από μέσα του. Δε θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά. Την ανασήκωσε και κοίταξε αν έχει χτυπήσει κάπου στο κεφάλι. Τίποτα.
-Όλα καλά; 
Ρώτησε με όσο πιο μαλακό τόνο μπορούσε να βάλει στη φωνή του, γιατί αν σε ξυπνάει από λήθαργο ένας ξεμαλλιασμένος, μουσάτος και ρακένδυτος και ειδικά αν είσαι μια κοπελίτσα στο μέσο ενός έρημου δρόμου, μόνο να τρομάξεις μπορείς.
-Εεε...νομίζω. Ψέλλισε η κοπέλα κι έκανε να σηκωθεί.


Ο Γιάννης τη στήριξε απ' τα μπράτσα και τη βοήθησε να σταθεί. Η κοπέλα τίναξε τα ρούχα της, τίναξε τα μαλλιά της, σήκωσε και το κίτρινο γυαλιστερό τσαντάκι απ' το δρόμο και  πήρε μια βαθιά ανάσα. Ξανάσπρωξε προς τα πίσω τα μαλλιά της για άλλη μια φορά και το βραχιόλι με το κονιακί πετράδι φάνηκε πιο καλά στον πρωινό ήλιο.
-Έλα να κάτσεις λίγο να πάρεις μια ανάσα. Γιάννης! Συστήθηκε και σκέφτηκε πόσο καιρό είχε να μιλήσει με έναν άνθρωπο, έξω από τα τυπικά μιας παραγγελίας φαγητού, μιας βρισιάς ή μιας κραυγής από πείνα και απελπισία.
-Μαίρη, απάντησε η κοπέλα.
Προχώρησαν δυο-τρία βήματα και κάθισαν δίπλα-δίπλα σ' ένα πεζούλι μετά απ' το σπίτι που βγήκε η κοπέλα, λίγα μόλις λεπτά πριν.
-Πως βρέθηκες εδώ; ρώτησε η Μαίρη, βγάζοντας ένα τσιγάρο απ' το πακέτο που είχε στο τσαντάκι.
-Βόλτα, φαγητό...καθαρό αέρα.. Ο Γιάννης ντράπηκε να εξηγήσει, παρόλο που όλοι  όσοι ζούσαν στην πόλη ήξεραν την κατάσταση. Δεν ήθελε όμως να αρχίσει να μιλά περισσότερο για την πείνα που θέριζε. Ήταν άσχετο με τη στιγμή και το πιο κοινότοπο θέμα για συζήτηση.
Η Μαίρη άναψε το τσιγάρο της και κάπως αμήχανα που δεν το έκανε αμέσως, πρόσφερε και στο Γιάννη.
-Να 'σαι καλά, δε θέλω. Κι εσύ; Εδώ μένεις;
Η Μαίρη περίμενε την ερώτηση και κατέβασε τα μάτια.
-Όχι...ήρθα για δουλειά...
-Αα...μάλιστα, είπε ο Γιάννης και την έκοψε απότομα. Και τώρα, πας σπίτι;
-Ναι. 
-Θες βοήθεια, αισθάνεσαι καλά; Πως θα γυρίσεις;
-Με τα πόδια, με τι να γυρίσω; Τα λεωφορεία είχαν πάψει από καιρό να κινούνται, ενώ τα λίγα ταξί έπαιρναν κούρσες μόνο με ραντεβού και εφόσον πλήρωνε κάποιος από πριν. 
-Μπορείς μόνη σου; 
-Νομίζω ναι.
-Θες να περπατήσουμε μαζί μέχρι το σπίτι σου;
Ο Γιάννης είχε ήδη ξεχάσει γιατί βρέθηκε μέχρι την Κηφισιά. Η συντροφιά της κοπέλας τον έκανε να απομακρυνθεί από την μίζερη καθημερινότητά του.
-Γιατί όχι; Απάντησε η Μαίρη και ξεκίνησαν.
Κανείς δεν ανέφερε ούτε ρώτησε προορισμό. Ήξεραν και οι δυο ότι δεν είχε σημασία.
Είχαν κάνει αρκετό δρόμο, όταν βρέθηκαν σ' ένα πρώην φαστφουντάδικο, που τώρα δούλευε σαν καντίνα, με έναν υπάλληλο, πίσω από χοντρά κάγκελα για να μην τον ληστέψουν οι χιλιάδες πεινασμένοι και άστεγοι που τριγυρνούσαν στην πόλη. Το λογότυπο που παλιά ήταν λαμπερό και πασίγνωστο, τώρα κρεμόταν παραλυμένο πάνω απ' την καντίνα. Ο Γιάννης θυμήθηκε τα χρήματα που είχε στην τσέπη.
-Θέλεις να φάμε κάτι;
Η Μαίρη έβαλε τα γέλια.
-Είσαι σίγουρος; Μετά δαγκώθηκε γιατί κατάλαβε ότι μπορεί και να τον πρόσβαλλε. Αλλά είχε να ακούσει μια τέτοια πρόταση ποιος ξέρει από πότε. Της φάνηκε τόσο παράξενη αυτή η φράση.
-Γιατί όχι! Είπε πιο χαρούμενα, αυτή τη φορά.
Ο Γιάννης αγόρασε δυο ισχνά τοστ, της πρόσφερε το ένα και κάθισαν πιο πέρα να τα φάνε.
-Λοιπόν...άρχισε ο Γιάννης
-Λοιπόν...τι;
-Δηλαδή...να θέλω να πω...
-Άσε ξέρω τι θες να πεις! Πως βρέθηκα στο σπίτι του Κλεισθένη και τι έκανα πρωί-πρωί τάβλα στη μέση του δρόμου.
-Πες το κι έτσι, χαμογέλασε ο Γιάννης.
Ο Ισίδωρος Κλεισθένης ήταν από τους πιο γνωστούς επιχειρηματίες της χώρας, πριν την Μεγάλη Κρίση. Μετά, εξαφανίστηκε από το προσκήνιο, όπως και σχεδόν όλοι οι πλούσιοι και εύποροι Έλληνες. Ο Γιάννης φυσικά και τον είχε ακουστά, δεν μπορούσε όμως να φανταστεί ότι έτρωγε απ' τα σκουπίδια ενός πρώην μεγαλοβιομήχανου! Προφανώς, ο Κλεισθένης ζούσε καλά από την περιουσία του, περιμένοντας κι αυτός να περάσει ο οικονομικός τυφώνας.
-Έκανα συντροφιά στον Κλεισθένη όπως κάνω κάθε Πέμπτη βράδυ, συνέχισε η Μαίρη. Είναι πολύ ευγενικός άνθρωπος, εγώ έχω ανάγκη από λίγα χρήματα και φαγητό και καταλαβαίνεις...
-Ναι...
-Δεν μένω πάντοτε μαζί του όλο το βράδυ...ξέρεις τι εννοώ, είπε η Μαίρη, κατεβάζοντας τα μάτια. Ντρεπόταν γι' αυτό που έκανε αλλά κανείς δεν μπορούσε να την κατηγορήσει, όταν άνθρωποι πέθαιναν απ' το κρύο και την πείνα σε όλη τη χώρα. 
-Καταλαβαίνω, δε ζω στον Άρη ξέρεις! είπε ο Γιάννης, έτοιμος ν' ακούσει την ιστορία.
-Λοιπόν χθες συνέβη κάτι πολύ διαφορετικό. Ο Κλεισθένης ήταν εκνευρισμένος όταν με υποδέχθηκε. Αλλά φαινόταν καλά. Η αλήθεια είναι ότι δεν τον είχα ξαναδεί τόσο εκνευρισμένο. Ήπιαμε ένα ποτό, προσπάθησα να συζητήσω μαζί του χαλαρά και να τον ηρεμήσω. Πηγαινοερχόταν από το σαλόνι που καθόμασταν στο γραφείο του, με πολύ ένταση. Σκέφτηκα κάποια στιγμή να φύγω, αλλά η ώρα είχε περάσει. Τον ρώτησα πως θα συνεχίζαμε το βράδυ και μου είπε να τον περιμένω στο σαλόνι κι αν κάποια στιγμή νυστάξω να κοιμηθώ. Μου πρότεινε να φάω κάτι απ' το ψυγείο. Έφαγα, κοιμήθηκα και με ξύπνησε το πρωί λίγο πριν φύγω και με δεις στο δρόμο.  Ήταν σε άθλια κατάσταση. Τα μάτια του ήταν κατακόκκινα, η ανάσα του βαριά και δύσκολη και περπατούσε με δυσκολία. Καταϊδρωμένος και έτρεμε ολόκληρος! Απίστευτο για έναν άνθρωπο που το προηγούμενο βράδυ ήταν σε πολύ καλή κατάσταση.  Πριν φύγω όμως με έβαλε στο γραφείο του. Εκεί άνοιξε ένα χρηματοκιβώτιο και μου έδωσε αυτό βραχιόλι με το πετράδι. "Είναι τοπάζι" μου είπε. "Μην τολμήσεις και το βγάλεις απ' το χέρι σου ποτέ". Η φωνή του ήταν σχεδόν απειλητική, όχι σαν να μου έκανε ένα δώρο αλλά σαν να ήθελε να με ληστέψει! Είχα κατατρομάξει. Φόρεσα το βραχιόλι με το τοπάζι και μετά με έδιωξε κακήν-κακώς. Φώναζε σαν μανιακός. Μόλις πρόλαβα να ντυθώ και να βγω στο δρόμο. Τα υπόλοιπα τα ξέρεις.
-Ε λοιπόν αυτό είναι απ' τα απίστευτα! Είπε ο Γιάννης.
-Εμένα μου λες!
-Είναι η δεύτερη φάση με πολύτιμο λίθο που πέφτω πάνω, μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες.
Της διηγήθηκε τι είχε γίνει με το μενταγιόν και το μουσάτο.
-Πραγματικά είναι περίεργη σύμπτωση! παρατήρησε η Μαίρη.
-Τέλος πάντων, πάμε!
Τέλειωσαν με τα τοστ και περπάτησαν χωρίς να μιλάνε.
Το σπίτι της Μαίρης ήταν σε ένα μικρό υπόγειο πίσω από την Αγία Παρασκευή. Άλλοτε περιοχή που ζητούσαν να κατοικήσουν οι Αθηναίοι, μετά την Μεγάλη Κρίση όμως έφτασε το 2021 να είναι μια φτωχογειτονιά, για όσους μπορούσαν ακόμη να ζουν κάτω από μια στέγη.
Ήταν ήδη απόγευμα. 
-Έχεις ιδέα γιατί σου είπε να μην το ξαναβγάλεις ποτέ απ' το χέρι σου; Ρώτησε ο Γιάννης
-Καμία! Είπε η Μαίρη καθώς είχαν φτάσει έξω από την πόρτα της. Για την ακρίβεια, είχαν κατέβει μέχρι εκεί.
-Σου είχε ξανακάνει κάποιο δώρο;
-Όχι, ποτέ.
-Θα ξαναμιλήσετε;
-Ιδέα δεν έχω. Κάθε φορά μου στέλνει ένα ταξί και με πάει σπίτι του και μετά με φέρνει πάλι εδώ. 
-Και πόσο καιρό τον ήξερες;
-Κάπου έξι μήνες...απάντησε η Μαίρη, δείχνοντας ότι είχε απαντήσει αρκετές απ' τις ερωτήσεις και δεν θα ήθελε να συνεχίσει. 
-Καλά με συγχωρείς, είπε ο Γιάννης, δεν ήθελα να...
-Εντάξει απάντησε η Μαίρη. Δε θέλω να περάσεις μέσα, καταλαβαίνεις...δε θέλω να υποψιαστεί κανείς ότι...
-Μα, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Απάντησε ο Γιάννης. 
-Γεια κι ευχαριστώ τον αποχαιρέτησε η Μαίρη, μπαίνοντας βιαστικά στο υπόγειο.
-Τίποτα...γεια! Χάρηκα για τη γνωριμία!
-Κι εγώ! Ακούστηκε η φωνή της Μαίρης πίσω απ' την ήδη κλειδωμένη πόρτα.
Ο Γιάννης πήρε να περπατά και πάλι προς το Σύνταγμα. 
Η υπόθεση με τους λίθους είχε αρχίσει να γίνεται ενοχλητική. Αλλά και πάλι μπορεί να μην ήταν τίποτε άλλο από συμπτώσεις, που το μυαλό προσπαθούσε να δώσει νόημα. Ειδικά όταν το στομάχι δεν έχει με κάτι να απασχολείται, μπορεί όλα να δείχνουν σημαντικά και στην πραγματικότητα να μην υπάρχει τίποτα το σημαντικό.
Αλλά και πάλι, τι ιδιαίτερο να έχει ένα βραχιόλι με τοπάζι που να μην πρέπει να βγει απ' το χέρι της Μαίρης; Και μάλιστα ποτέ; 
-Βλακείες, σκέφτηκε ο Γιάννης.
Είχε φτάσει κιόλας σ' ένα παγκάκι στην πλατεία Συντάγματος και καθόταν στην αγαπημένη του στάση. Με το πηγούνι ανάμεσα στις παλάμες. Αμέθυστοι και τοπάζια χοροπηδούσαν μπροστά του κι αυτός ήταν βυθισμένος στις σκέψεις και στην παγωμάρα της σκοτεινής Αθήνας που στέναζε βουβή.
(Συνεχίζεται...)





Δημοσίευση σχολίου