15 Νοε 2011

Δώδεκα Λίθοι: Ακουαμαρίνα

Ένα μίνι διαδικτυακό μυθιστόρημα σε συνέχειες...

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ (συνέχεια...)


Ακουαμαρίνα
Τα χτυπήματα στην πόρτα ξύπνησαν το Γιάννη απότομα.
-Παρακαλώ, ανοίξτε. Αστυνομία! Απ' τον αστυνόμο Ζωναίο!
Στο μεταξύ είχε ξυπνήσει και η Μαίρη. Άνοιξε την πόρτα κι ο αστυνομικός ξανάπε:
-Απ' τον αστυνόμο Ζωναίο, σας παρακαλεί να με ακολουθήσετε στο Τμήμα για μια υπόθεση που ξέρετε.
Το περιπολικό που τους περίμενε απ' έξω, τους μετέφερε σε λίγα λεπτά στο Τμήμα. Ο αστυνομικός τους οδήγησε σ' ένα γραφείο, με κατεβασμένα στόρια, γεμάτο καπνό και εντελώς ξεχασμένο - όπως φαινόταν - από τις καθαρίστριες του κτιρίου. Το χώρο φώτιζε μια σκονισμένη ηλεκτρική λάμπα, πραγματική σπατάλη σε μια τέτοια εποχή, που το ρεύμα είχε γίνει σπάνιο αγαθό που απολάμβαναν μόνο οι πλούσιοι και μερικές δημόσιες υπηρεσίες όπως φαίνεται.
Ο Ζωναίος κάπνιζε, προσπαθώντας να βολευτεί σε μια σπασμένη καρέκλα γραφείου, που παλιότερα πρέπει να είχε γνωρίσει μεγάλες δόξες. Τους καλημέρισε, τους έγνεψε να καθίσουν, έσβησε το τσιγάρο του και έβγαλε το κομπολόι με το λάπις λάζουλι. Η Μαίρη άναψε τσιγάρο κι ο Γιάννης είχε κολλήσει το βλέμμα του στην πέτρα του κομπολογιού.
-Πολύ παράξενα πράγματα συμβαίνουν, άρχισε ο Ζωναίος.
-Μας το είπατε και χθες αστυνόμε, αλλά δεν..άρχισε ο Γιάννης.
Ο Ζωναίος τον έκοψε απότομα.
-Δε θα μιλήσουμε για φαντασίες. Εδώ κάτι περίεργο συμβαίνει και θέλω να τα ξαναπούμε απ' την αρχή. Τώρα ο Ζωναίος είχε πάρει πραγματικά το ύφος του ανακριτή κι όχι του φιλικού αστυνόμου της γειτονιάς.
-Μα εσείς μας είπατε ότι ο Κλεισθένης...εμείς...ψέλλισε η Μαίρη.
-Δεν πρόκειται για τον Κλεισθένη! Γρύλισε μέσα απ' τα δόντια του ο Ζωναίος. Ή τουλάχιστον δεν πρόκειται ΜΟΝΟ για τον Κλεισθένη. Τις δυο τελευταίες μέρες συνέβησαν δυο γεγονότα. Εσείς ξέρατε μόνο το ένα. Το θάνατο του Κλεισθένη. Όμως δεν ξέρατε το άλλο. Το πιο παράξενο.
Ο Ζωναίος άναψε τσιγάρο, τράβηξε μια γερή ρουφηξιά αφήνοντας στην αγωνία το Γιάννη και τη Μαίρη, που είχαν παγώσει.
-Στο σπίτι του Κλεισθένη, και αφού φύγατε εσείς δεσποινίς εκείνο το πρωί έφτασε ένα πακέτο. Ο Κλεισθένης το άνοιξε. Και μέσα βρήκε ένα πολύτιμο λίθο. Μια ακουαμαρίνα. Πρέπει να πέθανε λίγο μετά. Ο Ιατροδικαστής είναι σίγουρος ότι ο θάνατός του προήλθε από το σοκ που τσάκισε την άρρωστη καρδιά του. Όταν αναφέρατε για τους πολύτιμους λίθους μου φάνηκε πολύ παράξενο. Ο Κλεισθένης λίγες ώρες πριν είχε δώσει στην κοπέλα έναν πολύτιμο λίθο, ένα τοπάζι, με ένα πολύ περίεργο τρόπο όπως μου είπατε. Και πολύ πιθανό είναι να πέθανε από το σοκ που του προκάλεσε η θέα ενός άλλου πολύτιμου λίθου. Όλο αυτό είναι πολύ παράξενο και άρα καθόλου τυχαίο.
-Αστυνόμε, θα σας το κάνω πιο περίεργο ακόμα. Είπε ο Γιάννης και διηγήθηκε την ιστορία με τον μουσάτο, το μενταγιόν με τον αμέθυστο και το περιστατικό στο Σύνταγμα.
-Διάολε, εδώ υπάρχει κάτι πιο σοβαρό! Ο Ζωναίος δεν περίμενε ότι θα είχε μπροστά του μια τόσο ακαταλαβίστικη κατάσταση.
-Συγκράτησες κάποιο άλλο στοιχείο, αριθμό, μάρκα τίποτ' άλλο; ρώτησε το Γιάννη
-Όχι τίποτα. Ήταν νύχτα, όλα έγιναν πολύ γρήγορα και έμεινα παγωτό απ' ότι έγινε, παραδέχτηκε ο Γιάννης.
-Για να τα πάρουμε απ' την αρχή. Ξανάπε ο αστυνόμος. Έχουμε έναν μουσάτο να μοιράζει πενηντάρικα στο Σύνταγμα, σ' όποιον φοράει μενταγιόν με αμέθυστους. Ένας βιομήχανος φανερά ταραγμένος δωρίζει στην...τέλος πάντων στην κοπέλα που του κρατούσε συντρφιά, ένα τοπάζι και της λέει να μην το βγάλει ποτέ απ' το χέρι της. Μετά ο ίδιος βιομήχανος λαβαίνει ένα πακέτο, το ανοίγει, αντικρίζει μια ακουαμαρίνα και πεθαίνει απ' το σοκ.
-Εγώ νομίζω ότι ο μουσάτος έχει σχέση με όλα αυτά, είπε ο Γιάννης, αυθόρμητα. Τόσο αυθόρμητα όμως που ο Ζωναίος τον κοίταξε με το ύφος του "για νέο μας το λες" και τον έβαλε στη θέση του.
-Εδώ σας φώναξα για ανάκριση κι όχι για βοηθούς ντετέκτιβ! Ο αστυνόμος πλησίαζε στα όριά του.
-Το κουτί έγραφε κάτι πάνω; ρώτησε ο Γιάννης;
-Κόψε τις ερωτήσεις! Αλλά όχι. Τίποτα. Ούτε ενδείξεις ούτε αποτυπώματα, τίποτα. Ο Ζωναίος είχε φτάσει μάλλον στα όρια της υπομονής του.
Όλη την ώρα η Μαίρη κάπνιζε, άκουγε και δε μιλούσε. Όμως είπε:
-Ο Κλεισθένης, σας το είπα και χθες, ήταν πολύ εκνευρισμένος όταν είχα ήδη φτάσει σπίτι του. Και το πρωί ήταν ακόμη περισσότερο φορτωμένος. Και ταράχτηκε μέχρι θανάτου όταν είδε την ακουαμαρίνα; Γιατί;
-Το ξέρω. Το έχω υπόψη μου. Μα καλά με κοροϊδεύετε; Ο Ζωναίος είχε πλέον εκνευριστεί.
-Το είπα μήπως είχε κάποιο τηλεφώνημα ή...
-Τα ψάξαμε όλα. Τίποτα. Ο Κλεισθένης είχε να δεχτεί τηλεφώνημα καμιά βδομάδα. Ποιος τηλεφωνεί σήμερα;
Η κρίση είχε αλλάξει τις συνήθειες των ανθρώπων. Αλλά ήταν δύσκολο να το πιστέψουν όλοι.
-Άρα ψάχνετε ψύλλο στα άχυρα αστυνόμε, ένα μουσάτο, μια μαύρη κούρσα, λίγα πράγματα, παρατήρησε ο Γιάννης.
-Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε, είπε ο αστυνόμος.
Ο Γιάννης είχε πάρει θάρρος.
-Και τέλος πάντων αστυνόμε, τελικά τι θα ψάξετε; Έναν τύπο που έστειλε απλώς ένα πολύτιμο λίθο σ' ένα βιομήχανο; Είναι έγκλημα αυτό;
-Αυτό ήταν! Τελειώσαμε! αποφάσισε ο Ζωναίος και τους έδειξε προς την πόρτα.
Βγήκαν και οι δύο στο δρόμο.
-Ξέρεις τι κατάλαβα εγώ; ρώτησε ο Γιάννης
-Τι; Γιατί εγώ δεν κατάλαβα τίποτα, απάντησε η Μαίρη.
-Ότι αυτός που έστειλε την ακουαμαρίνα στον Κλεισθένη σίγουρα δεν ήθελε το καλό του. Ο Κλεισθένης το ήξερε και το περίμενε γι΄ αυτό ήταν χάλια όταν τον είδες. Πρέπει η ακουαμαρίνα να ήταν ένα μήνυμα, ένα σήμα για κάτι κακό. Κι ακόμη, όταν σου έδινε το τοπάζι και σου λεγε να μην το βγάλεις ποτέ, μάλλον εννοούσε ότι κινδυνεύεις κι εσύ και το πετράδι με κάποιο τρόπο σε προστατεύει. Αυτά κατάλαβα.
-Με προστατεύει το πετράδι; Πως; Δεν ματιάζομαι ας πούμε; είπε η Μαίρη, γελώντας ενώ προσπαθούσε να ξεχάσει το κομμάτι της φράσης του Γιάννη που έλεγε για το δικό της κίνδυνο.
-Δεν ξέρω πως, αλλά όχι με μεθόδους της μεταφυσικής. Σίγουρα σημαίνει κάτι για κάποιον. Όπως για το μουσάτο, ο αμέθυστος σήμαινε ότι πρέπει να μου δώσει λεφτά χωρίς να με ξέρει.Πάντως εκεί κάπου βρίσκεται και το κλειδί. Τι σημαίνουν τα πετράδια. Δηλαδή, αν ο αμέθυστος σημαίνει "δώστου χρήμα" και το τοπάζι "μην ενοχλείτε" - το λέω σχηματικά - τότε η ακουαμαρίνα μάλλον σημαίνει κάτι κακό. Κι ο Κλεισθένης το ήξερε.
-Δηλαδή θες να πεις ότι κάποιοι έχουν κάποιο κώδικα με πετράδια;
-Κάπως έτσι.
-Και τώρα τι κάνουμε; ρώτησε η Μαίρη.
-Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι για να σου δώσει ο Κλεισθένης το τοπάζι, θεωρούσε ότι για κάποιο λόγο κινδύνευες.
-Εγώ; Γιατί;
-Σου είχε πει κάτι ο Κλεισθένης για πετράδια, για κάτι περίεργο, οτιδήποτε; Είδες ποτέ κανέναν άλλο στο σπίτι του;
-Όχι δε νομίζω. Όποτε συναντούσα τον Κλεισθένη είμασταν μόνοι μας, εξάλλου ο ίδιος με καλούσε και δεν θα μπορούσα ποτέ να πάω στο σπίτι του απρόσκλητη. Τώρα, για τα πετράδια που λες...όχι. Δεν συζητούσαμε ποτέ για κάτι άλλο εκτός από πολύ συνηθισμένα θέματα, συνήθως για την κρίση, για ταξίδια που είχε κάνει, έλεγε ανέκδοτα. Ήταν ένας πολύ καλός άνθρωπος με ευγένεια και χιούμορ. Αλλά ήταν μόνος.
-Έμενε μόνος του;
-Ναι, δεν είχε ούτε υπηρέτες ούτε τίποτα.
-Και δε φοβόταν;
-Όχι.
-Περίεργο, με τόσους άστεγους, απελπισμένους, σε ένα τέτοιο σπίτι και δε φοβόταν. Και ένας άνθρωπος με τέτοιο όνομα και φήμη.
-Μου είχε μιλήσει μόνο για μια μακρινή ξαδέλφη του, που ερχόταν και του καθάριζε ή του έφερνε τα απαραίτητα. Νομίζω ότι αυτή πρέπει να βρήκε και το πτώμα του, αφού άλλος στο σπίτι δεν έμπαινε.
-Έχεις δίκιο. Η εφημερίδα τοίχου έγραφε για κάποιον συγγενή του που τον βρήκε.
-Πάντως δεν είναι περίεργο που έμενε μόνος; αναρωτήθηκε ο Γιάννης και πάλι.
-Ναι. Τώρα που το λες.... Αλλά μπορεί να ήταν παραξενιά του.
-Μπορεί και όχι, είπε ο Γιάννης.
-Τι θες να πεις; ρώτησε η Μαίρη
-Λέω ότι μπορεί να είχε προσλάβει κάποιον ή κάποιους να τον προστατεύουν, χωρίς να το ξέρεις.
-Ή μπορεί να ήταν απλά επιλογή του ή ανάγκη, αφού μπορεί να μην είχε πια τη δυνατότητα να πληρώνει σωματοφύλακες.
-Ας πάμε πίσω στον αστυνόμο. Νομίζω ότι έχουμε να του πούμε και να τον ρωτήσουμε διάφορα πράγματα.
Γύρισαν στο γραφείο του Ζωναίου. Τους υποδέχθηκε με νεύρα αλλά το υπέμεινε. Του αφηγήθηκαν τις σκέψεις τους κι ο Ζωναίος έπεσε σε περισυλλογή.
-Δηλαδή τι μου λέτε; Ο Κλεισθένης είχε προσλάβει αόρατους μπράβους;
-Όχι. Σας λέμε ότι η Μαίρη μπορεί να διατρέχει κίνδυνο, είπε ο Γιάννης.
Ο αστυνόμος έξυσε το κεφάλι του και άναψε ένα τσιγάρο.
-Ακόμη κι αν κινδυνεύει, δεν ξέρουμε από ποιούς, δεν ξέρουμε πως και δεν ξέρουμε γενικώς την τύφλα μας.
-Αστυνόμε, εσείς δεν μπορείτε να μάθετε αν ο Κλεισθένης είχε ανησυχήσει για την ασφάλειά του, αφού έμενε μόνος;
-Το έχω ήδη κάνει. Ο Κλεισθένης είχε παλιά, πριν την κρίση, αρκετό προσωπικό στο σπίτι του. Φυσιολογικό για κάθε έναν της τάξης του. Όμως έφτασε να τους απολύσει όλους και να μείνει μόνος του. Έτσι βρήκαμε όσους μπορούσαμε απ’ αυτούς και προσπαθήσαμε να μάθουμε πως έφυγαν, αν είχαν έχθρες με το παλιό αφεντικό τους και τέτοια. Βρήκαμε και τους σωματοφύλακες που είχε παλιά. Τους ανακρίναμε και…
Ο Ζωναίος σταμάτησε απότομα. Τα μάτια του άστραψαν και κόντεψε να πέσει απ’ την καρέκλα του προσπαθώντας να πιάσει το τηλέφωνο. Χτύπησε γρήγορα μερικούς αριθμούς, περίμενε και κάποια στιγμή μίλησε:
-Να πάτε και να μου φέρετε αμέσως εδώ τον Ανδοκίδη. Γρήγορα. Τώρα! Ούρλιαζε σαν τρελός.
Ο Γιάννης με τη Μαίρη τρόμαξαν. Ο Ζωναίος μόλις πήρε την επιβεβαίωση ότι ξεκινούν για να φέρουν αυτόν που τους ζήτησε, ηρέμησε.
-Ανδοκίδης. Πρώην συνάδελφος αστυνομικός και πρώην σωματοφύλακας του Κλεισθένη. Πήγα και τον βρήκα στο σπίτι του στα Πατήσια. Ζει μόνος κι από τότε που τον απέλυσε ο Κλεισθένης  περνάει τον καιρό του φτιάχνοντας κομπολόγια. Ψωμοζεί τώρα με τις πενταροδεκάρες από τη σύνταξη του αστυνομικού.
-Το Λάπις Λάζουλι! Φώναξε ο Γιάννης
-Ναι ανάθεμά το! Όταν τελειώσαμε την κουβέντα για το θάνατο του Κλεισθένη μου έκανε δώρο το κομπολόι με το λάπις λάζουλι, σαν παλιός συνάδελφος που ήταν, χάρηκε που τα είπαμε και με είδε.
-Και τι σας είπε για τον Κλεισθένη;
-Ότι ο Κλεισθένης ήταν ένας χρυσός άνθρωπος, πρακτικά δεν είχε εχθρούς και τους απέλυσε όλους με μια καλή αποζημίωση. Τον ρώτησα και γιατί ο Κλεισθένης απέλυσε και τους σωματοφύλακές του με τέτοια εγκληματικότητα. 
-Και τι σας είπε; Ρώτησε ο Γιάννης.
-Ότι οικονομικά δεν άντεχε πια, δεν είχε εχθρούς και θα προσπαθούσε να ζήσει όσο πιο απλά κι αθόρυβα γίνεται. Και πριν προλάβεις να ρωτήσεις, σου λέω ότι όχι δεν είχε γίνει ούτε ληστεία, ούτε διάρρηξη στο σπίτι του Κλεισθένη!
Στο μεταξύ ο Ζωναίος είχε βγάλει το κομπολόι με το λάπις λάζουλι πάνω στο γραφείο και δεν το άγγιζε σαν να ήταν αυτό το σώμα του εγκλήματος.
-Λέτε να του έστειλε αυτός την ακουαμαρίνα; Ρώτησε η Μαίρη.
-Για ποιο λόγο; Εξάλλου εκτός από πρώην αστυνομικός ήταν και σωματοφύλακας του Κλεισθένη και θα ήξερε ότι θα τον εξετάζαμε από τους πρώτους. Αλλά ας τον περιμένουμε.

Μετά από ένα μισάωρο ο Ανδοκίδης περνούσε την πόρτα του γραφείου του Ζωναίου. Πανύψηλος, γεροδεμένος, με μαύρο παντελόνι, σκούρο καφέ σακάκι κι ένα παλτό χοντρό– χλαίνη ήταν μάλλον – στο αριστερό χέρι. Πέρασε μπροστά από τη Μαίρη και το Γιάννη, πήγε κατευθείαν στο Ζωναίο και τον χαιρέτησε δια χειραψίας.
-Αστυνόμε, τα σέβη μου. Του είπε με φωνή βαθιά και πειστική σαν να έλεγε: «αστυνόμε, δώστε μου τα σέβη σας τώρα!»
-Κάθισε Ανδοκίδη.
-Ευχαριστώ αστυνόμε. Πείτε μου. Άναψε τσιγάρο και άκουγε.
Ο Ζωναίος του αφηγήθηκε το περιστατικό με την ακουαμαρίνα και τον ρώτησε με τρόπο ευθύ, απότομο κι αποφασιστικό:
-Πες μου αν ο Κλεισθένης είχε σχέση με πολύτιμους λίθους, ή με ανθρώπους που έχουν σχέση με τέτοια πράγματα. Και θέλω να μου μιλήσεις σαν αστυνομικός σε αστυνομικό.
-Αστυνόμε μου, δεν έχω να κρύψω οτιδήποτε και το ξέρετε. Εξάλλου το παρελθόν μου είναι γνωστό, έφυγα από το Σώμα χωρίς κανένα ψεγάδι και μετά μπήκα στη δούλεψη του Κλεισθένη που εργάστηκα τίμια. Ήμουν σωματοφύλακάς του, μέχρι που ο μακαρίτης μας απέλυσε ως και τον τελευταίο υπηρέτη, μας αντάμειψε καλά και εγώ αλλά και με όσους άλλους υπαλλήλους του έχω μιλήσει δεν είχαμε κανένα παράπονο. Εγώ μάλιστα έχω κι ένα λόγο παραπάνω να τον θεωρώ ευεργέτη μου.
-Ποιον λόγο; Ο Ζωναίος έσβηνε και άναβε τα τσιγάρα συνέχεια.
-Όταν με απέλυσε, μου είπε ότι λυπάται πολύ που πρέπει να το κάνει αυτό και πως αν μπορούσε να κάνει κάτι παραπάνω για μένα θα το έκανε ευχαρίστως.
-Και λοιπόν;
-Του είπα λοιπόν ότι σκέφτομαι να ασχοληθώ με τα κομπολόγια, αφού δουλειά δεν υπάρχει και αυτό το χόμπυ να πούμε το έκανα χρόνια και μου άρεσε. Έφτιαχνα κομπολόγια από παιδί σχεδόν. Κι ακόμη, θα μπορούσα ίσως να πουλάω και μερικά για να βγάζω κάτι παραπάνω, αφού η σύνταξη με τη Μεγάλη Κρίση φτάνει δε φτάνει για καμιά κονσέρβα. Ο Κλεισθένης με άκουσε προσεκτικά και με ρώτησε αν ξέρω να κάνω καμιά άλλη τέχνη. Του απάντησα όχι. Σκέφτηκε για πολύ ώρα σιωπηλός και μετά άρχισε να με ρωτά για τα κομπολόγια. Τι πέτρες βάζω, πως τα φτιάχνω και τέτοια. Άρχισε να με ρωτάει για διάφορες πέτρες, άλλες τις ήξερα και άλλες όχι. Αυτός μάλλον ήξερε πολλά για τις πέτρες, από ποιες χώρες έρχονται, πως σκαλίζονται κι άλλα.
Μπορώ να έχω λίγο νερό;
Ο Ζωναίος βγήκε από γραφείο φώναξε έναν αστυφύλακα που μετά από λίγο ήρθε με ένα λιγδιασμένο ποτήρι με νερό. Ο Ανδοκίδης το ήπιε, ευχαρίστησε και συνέχισε.
-Μετά με ρωτάει αν μ’ ενδιαφέρει να φτιάχνω κομπολόγια με πέτρες που θα έπαιρνα από εκείνον.
-Πως; Θα σου έστελνε πέτρες ο Κλεισθένης;
-Ναι. Έτσι μου είπε. Θα μου έστελνε πέτρες κι εγώ θα τις έκανα κομπολόγια.
-Κι εκείνος τι θα κέρδιζε;
-Τίποτα, χάρισμα μου είπε. Απλά κάποιες φορές θα έπρεπε να φτιάχνω κομπολόγια που θα μου παράγγελνε με τις πέτρες που θα μου έδινε και έπρεπε να τα πηγαίνω σε διάφορα σπίτια για δώρο από εκείνον.
-Μόνο αυτό;
-Μόνο αυτό.
-Και δούλεψες μ’ αυτόν τον τρόπο;
-Στην αρχή ναι. Μου έστελνε διάφορες πέτρες, πότε λάπις λάζουλι, πότε αμέθυστους, πότε ακουαμαρίνες κι άλλα που δε θυμάμαι, και τα έφτιαχνα κομπολόγια, μπεγλέρια και τέτοια. Ποτέ δε ζήτησε χρήματα. Μόνο κανά δυο τρεις φορές μου είχε πει αυτή την πέτρα να την κάνεις μπεγλέρι ή κομπολόι και να την πας στην τάδε ή στην άλλη διεύθυνση.
-Α! και τι έγινε μετά;
-Μετά σταμάτησε να μου στέλνει. Ξαφνικά. Δεν είχα το θάρρος να τον πάρω τηλέφωνο και να του πω στείλε μου πέτρες. Ήταν πολύ χοντρό. Μια μέρα όμως είπα να τον πάρω τηλέφωνο να δω τι κάνει. Αλλά το νούμερο είχε αλλάξει. Το σπίτι του ήταν πολύ μακριά και πάλι σας λέω, ντρεπόμουν να του ζητήσω πέτρες τσάμπα. Μου είχε στείλει αρκετές και βέβαια υπάρχει και το άλλο…
-Ποιο άλλο;
-Ποιος αγοράζει κομπολόι σήμερα; Κι έτσι μου έμειναν και ένα σου έκανα και δώρο αστυνόμε. Θυμάσαι; Α! νάτο! Είπε ο Ανδοκίδης και έδειξε το χειροτέχνημά του πάνω στο γραφείο. Το κομπολόι με το λάπις λάζουλι.
-Λοιπόν Ανδοκίδη, θυμάσαι τις διευθύνσεις που σε έστελνε ο Κλεισθένης;
-Πως αμέ!
Ο Ζωναίος του έδωσε χαρτί και μολύβι και ο Ανδοκίδης έγραψε τέσσερις διευθύνσεις: μια στην Καλλιθέα, δύο στο Χαλάνδρι και μια στην Κηφισιά κοντά στο σπίτι του Κλεισθένη.
-Μόνο αυτές;
-Ναι. Τέσσερις φορές μου ζήτησε να φτιάξω κομπολόγια και να τα πάω. Μη νομίζεις ότι κράτησε για πολύ αυτή η ιστορία. Εξάλλου μετά εγώ έκοψα το τηλέφωνο, που λεφτά για πολυτέλειες, χαθήκαμε με τον Κλεισθένη και έτσι έληξε αυτή η κατάσταση, μέχρι που ήρθες εσύ και μου έφερες τα μαντάτα.
-Στα σπίτια που πήγες είδες τίποτα περίεργο;
-Σαν τι δηλαδή; Όχι. Μου άνοιγαν, έλεγα ότι έφερνα ένα δώρο απ’ τον κύριο Κλεισθένη μου χαμογελούσαν τους έδινα το πακετάκι κι έφευγα. Εξάλλου μια φορά πήγα στο καθένα.
-Και τώρα Ανδοκίδη θα σου δείξω ένα πετράδι και θέλω να θυμηθείς καλά, είπε ο Ζωναίος κι από την τσέπη του έβγαλε ένα κουτάκι σαν αυτό που βάζουν οι κοσμηματοπώλες τα δαχτυλίδια. Το άνοιξε και μέσα λαμπύριζε ένα γαλάζιο πετραδάκι. Μια ακουαμαρίνα.
-Αυτό το στείλανε στον Κλεισθένη λίγο πριν πεθάνει. Σου θυμίζει κάτι; Ρώτησε ο Ζωναίος με ένταση που δεν μπορούσε να συγκρατήσει.
Ο Ανδοκίδης το πήρε στα χέρια του, το κοίταξε για λίγα λεπτά και το άφησε στο γραφείο.
-Σίγουρα όχι αστυνόμε. Ποτέ δεν το έχω ξαναδεί. Λυπάμαι.
-Καλά Ανδοκίδη. Νομίζω ότι έπρεπε να τα πούμε αυτά. Σ’ ευχαριστώ.
-Τίποτα αστυνόμε, πάντα στη διάθεσή σου.
Ο Ανδοκίδης έφυγε και πάλι χωρίς να δώσει σημασία στο Γιάννη και στη Μαίρη. Όλη αυτή την ώρα ήταν σαν να μην υπήρχαν για τους δυο άντρες που συζητούσαν.
Ο Ζωναίος κάπνιζε και σκεφτόταν κοιτάζοντας το χαρτί με τις διευθύνσεις.
Ήταν Κυριακή κι αυτός δούλευε ακόμα. Έριξε μια ματιά στο Γιάννη και στη Μαίρη.
-Πάμε να σας κεράσω από ένα σάντουιτς, τους είπε χαμογελώντας.
-Να υποθέσω στο Χαλάνδρι, αστυνόμε; Ρώτησε ο Γιάννης.
Δεν πήρε απάντηση.
(Συνεχίζεται...)


Δημοσίευση σχολίου