22 Νοε 2011

Δώδεκα Λίθοι: Οψιδιανός


Ένα μίνι διαδικτυακό μυθιστόρημα σε συνέχειες...


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Οψιδιανός
Ήταν ήδη αργά όταν έφτασαν στο Τμήμα. 
Ο Ζωναίος μπήκε φουριόζος, έδωσε εντολή στον πρώτο αστυφύλακα που βρήκε μπροστά του να τακτοποιήσει το Γιάννη και τη Μαίρη σε ένα άδειο γραφείο για να περάσουν τη βραδιά και κατευθύνθηκε προς το γραφείο του.
-Δώσ' τους και κάτι να φάνε...φώναξε στον αστυφύλακα πίσω του.
-Αστυνόμε έχουμε μόνο λίγο γάλα και φρυγανιές, είπε ο σαστισμένος αστυφύλακας.
-Καλά είναι...ξαναφώναξε ο Ζωναίος και κλείστηκε στο γραφείο του.
Σ' ένα διπλανό γραφείο ο Γιάννης με τη Μαίρη έβλεπαν το σκοτεινό δρόμο απ΄το μικρό παράθυρο. Ο αστυφύλακας άφησε ένα πιάτο με τέσσερις φρυγανιές και δυό ποτήρια μισογεμάτα με γάλα.
-Απ' τον αστυνόμο...ψυθίρισε σαν να ντρεπόταν. Αυτά έχουμε...είπε κι έκλεισε την πόρτα.

-Εγώ πάντως φοβάμαι πολύ, είπε η Μαίρη κάποια στιγμή.
-Εγώ πάλι όχι, έκανε ο Γιάννης. Γύρω μας γίνεται ο χαμός όλα αυτά τα χρόνια. Καταστράφηκαν ζωές, ποδοπατήθηκαν όνειρα. Τι άλλο μπορούν να μας κάνουν; Να μας σκοτώσουν; Ε, και;
-Όχι, εγώ θέλω να ζήσω, να ξαναφτιάξω τη ζωή μου, σπούδαζα και...
Ξαφνικά ο Ζωναίος εισέβαλλε στο χώρο σα δαιμονισμένος.
-Κινδυνεύουμε κι εδώ, πρέπει να φύγουμε τώρα, ούρλιαξε, σχεδόν τους άρπαξε και τους κατέβασε και τους δύο στο δρόμο.
Προχώρησε, κι έκανε κάτι εντελώς αναπάντεχο. Έβγαλε απ' την τσέπη του ένα σουγιά, έσπασε την κλειδαριά ενός άλλου αυτοκινήτου κάτι έκανε κάτω απ' το τιμόνι έβαλε μπροστά και φώναξε:
-Μπείτε μέσα γρήγορα.
Ο Γιάννης με τη Μαίρη μπήκαν στο άγνωστο αμάξι κι ο Ζωναίος έβαλε μπροστά, πάτησε γκάζι και τα λάστιχα στρίγγλισαν μέσα στη νύχτα.
-Ευτυχώς έχουμε βενζίνη...είπε κάποια στιγμή ο Ζωναίος, που δεν έπαψε να κοιτάζει απ' τους καθρέφτες.
-Αστυνόμε τι έγινε τώρα; ρώτησε ο Γιάννης
-Θα σας πω, περιμένετε...απάντησε ο αστυνόμος.
Μετά από ατέλειωτη περιπλάνηση σε στενά και δρομάκια, βγήκαν στην εθνική προς Λαμία.
-Τα πράγματα είναι πολύ περίπλοκα, είπε κάποια στιγμή ο Ζωναίος. Και πολύ επικίνδυνα, πρόσθεσε. Ταυτόχρονα, οδηγούσε το αμάξι με το δείκτη της ταχύτητας λες και να ήθελε να τιναχτεί έξω απ' το καντράν.
-Γιατί; Τι έγινε ξαφνικά, παραπάνω απ' όσα ξέρουμε; ήταν η σειρά της Μαίρης να ρωτήσει.
-Πάνω στο γραφείο μου ήταν πάντοτε ένα πρες-παπιέ πέτρινο. Ποτέ δεν το είχα προσέξει ιδιαίτερα. Μου ήταν αδιάφορο. Όταν μπήκα στο γραφείο χτύπησε το τηλέφωνο. Σηκώνω το ακουστικό κι ακούω μια βαθιά, αντρική φωνή να λέει: "ο αστυνόμος Ζωναίος;" απαντώ ναι και μου λέει:"αστυνόμε, οι λίθοι βρίσκονται κοντά μας συχνά χωρίς να το βλέπουμε, μπροστά σας ας πούμε έχετε έναν οψιδιανό..." και το κλείνει. Κοιτάζω στο γραφείο, βλέπω το πέτρινο πρες-παπιέ, νάτο.
Ο Ζωναίος έβγαλε απ' την τσέπη του ένα πέτρινο κυβικό πρες-παπιέ σαν μεγάλο ζάρι. Έδειχνε φτιαγμένο  από βαρύ μαύρο γυαλί. Οψιδιανός.
-Καταλαβαίνετε; Αυτοί οι τύποι παρακολουθούσαν τα πάντα. Οι λίθοι που μετρήσαμε μπορεί να μην είναι τέσσερις. Τώρα ξέρουμε για πέντε. Κι αν έχουμε με κάποιο τρόπο κι άλλους κοντά μας, στο σπίτι σου Μαίρη, στο χώρο που κοιμάσαι συνήθως Γιάννη, στο δικό μου σπίτι, τότε μπορεί να μας αιφνιδιάσουν...γι' αυτό φύγαμε, πρόσθεσε ο Ζωναίος.
-Και τώρα που πάμε; τι κάνουμε; ρώτησε ο Γιάννης;
-Λέω να προσπαθήσουμε να εξαφανιστούμε για λίγο, απάντησε ο Ζωναίος. Δε βλέπω να μας ακουλουθεί κανείς, δεν είπα σε κανέναν ότι θα φύγουμε και θα τριγυρνάμε για μια δυο μέρες. Πληρώνω εγώ, είπε ο Ζωναίος.
-Όλα θα τα φανταζόμουν, αλλά ότι θα με απήγαγε η αστυνομία, ποτέ, προσπάθησε η Μαίρη να αστειευτεί αλλά ο Ζωναίος την έκοψε απότομα:
-Οι διευθύνσεις που έδωσε ο Ανδοκίδης ανήκουν όλες σε πολύ υψηλά πολιτικά πρόσωπα, είπε. Πριν κάνουμε οτιδήποτε θέλω να συμβουλευτώ κάποιον που εμπιστεύομαι πολύ.
-Ποιον; ρώτησε ο Γιάννης.
-Θα μάθεις όταν θα φτάσουμε εκεί, είπε ο Ζωναίος. Αλλά πρώτα θέλω να σιγουρευτώ ότι θα φτάσουμε και μετά ότι θα φτάσουμε μόνο εμείς.
Σταμάτησε σ' ένα βενζινάδικο. Ο βενζινάς - ένας γέρος - απόρησε αφού είχε να σταματήσει μέρες μπροστά στις αντλίες του κάποιο αμάξι. Ο Ζωναίος κατέβηκε και συνομίλησε για λίγο με το βενζινά. Μετά εξαφανίστηκε στο πίσω μέρος του βενζινάδικου και ένα άλλο αυτοκίνητο βγήκε πίσω απ' το διόρωφο βενζινάδικο, όπου μάλλον ήταν και κατοικία του βενζινοπώλη. Όταν κατέβηκε το παράθυρο του αυτοκινήτου πρόβαλλε από μέσα το κεφάλι του Ζωναίου.
-Ελάτε, σαλτάρετε πάνω γρήγορα! φώναξε ο αστυνόμος.
Ο Γιάννης με τη Μαίρη ανέβηκαν στο καινούριο αμάξι και πάλι ο αστυνόμος έβαλε μπροστά κι έφυγαν.
-Καλύτερα να είμαστε σίγουροι είπε ο Ζωναίος.
-Κι αν ρωτήσει κάποιος το βενζινά; ρώτησε ο Γιάννης
-Δεν είδα να μας ακολουθεί κανείς, ο βενζινάς δε βλέπει πέρα από τη μύτη του γιατί έχει πατήσει τα ογδόντα, τις πινακίδες του άλλου αμαξιού τις κράτησα και τον ρώτησα από που πάμε για Αθήνα. Εξάλλου θα αλλάξουμε ακόμη δυο τρια αμάξια. Ο Ζωναίος ήταν αποφασισμένος.
-Ναι αλλα δε θα μας κυνηγάει η αστυνομία; ρώτησε η Μαίρη.
-Ίσως. Αλλά κανείς πια δεν ασχολείται με κλοπές αμαξιών, ποιος ενδιαφέρεται μέσα στην κόλαση που ζούμε, Μπορεί και να έχουμε γυρίσει πίσω μέχρι να αρχίσει κάποιος να ασχολείται μαζί μας. Δηλαδή μαζί σας, γιατί η αστυνομία είναι εδώ ήδη! είπε ο Ζωναίος και έδειξε με τον αντίχειρα τον εαυτό του χαμογελώντας.
Στο δρόμο άλλαξαν πράγματι άλλα δύο αυτοκίνητα. Σ' ένα πάρκινγκ πάνω στην εθνική ο Ζωναίος έβαλε μπρος ένα άλλο αμάξι μάλλον παρατημένο χρησιμοποιώντας τη βενζίνη απ' το προηγούμενο, μετά ταξίδεψαν για λίγο στην καρότσα ενός αγροτικού ανάμεσα σε χωράφια και καρόδρομους και τέλος ο Ζωναίος κατά τα χαράματα σ' ένα χωριουδάκι κάπου κοντά στη Θήβα βρήκε ένα βανάκι παρατημένο κι αυτό, και σαράβαλο. Πάντως προχωρούσε κουτσά-στραβά. Ο Ζωναίος οδήγησε το βανάκι κανά εικοσάλεπτο, χώθηκε σ' ένα δασάκι πευκόφυτο και τους είπε:
-Εδώ θα κοιμηθούμε για λίγο. Μην φανούμε και αγενείς επισκέπτες στον άνθρωπό μου!
Ήταν κατάκοποι και οι τρεις. Ο Ζωναίος έγειρε το κεφάλι του στο τιμόνι, αφού βεβαιώθηκε ότι το βανάκι δε φαινόταν κρυμμένο πίσω απ' τα δέντρα, ο Γιάννης ξάπλωσε στη θέση του συνοδηγού και η Μαίρη στην καρότσα. Η κούραση τους είχε λιώσει αφού ταξίδευαν όλη τη νύχτα, έκαναν κύκλους, άλλαζαν αυτοκίνητα και κατευθύνσεις, έμπαιναν σε χωριά, σε δρομάκια, σε μονοπάτια, σε δασάκια και σε ξέφωτα.
Ο ήλιος ήδη είχε ανέβει αρκετά, ήταν μάλλον μεσημεράκι και ο Γιάννης με τη Μαίρη έψαχναν το Ζωναίο που είχε εξαφανιστεί. Πριν προλάβουν ν' ανησυχήσουν, ο Ζωναίος εμφανίστηκε μ' ένα μπόγο ρούχα.
-Ορίστε! Ντυθείτε και φύγαμε!
-Μα, αστυνόμε πως; Δηλαδή...μες στην ερημιά υπάρχει μπουτίκ;ο Γιάννης απόρησε.
-Χτες τη νύχτα όπως φτάναμε εδώ είδα ένα μικρό καταυλισμό τσιγγάνων, είπε ο αστυνόμος κι έλυσε το μυστήριο. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν τα πάντα για να σου πουλήσουν αν έχεις κι εσύ το κατάλληλο αντίτιμο, είπε κι έδειξε το πορτοφόλι του, γελώντας.
Άλλαξαν, ήπιαν νερό που έφερε ο αστυνόμος μαζί με τα ρούχα κι έφαγαν γρήγορα ένα καρβέλι. Ξεκίνησαν πάλι την αλλοπρόσαλη διαδρομή τους.
Κάποια στιγμή βγήκαν προς τη Στυλίδα.
Περιπλανήθηκαν κάμποσο, ώσπου κάπου πολύ έξω απ' τη μικρή κωμόπολη φάνηκε ένα απομονωμένο σπίτι. Σταμάτησαν το βαν δίπλα από ένα πηγάδι, κατέβηκαν προχώρησαν κι ο Ζωναίος χτύπησε την πόρτα. Άνοιξε ένας ασπρομάλλης κύριος με μουστάκι, εύσωμος, με χοντρά γυαλιά μυωπίας, φαλακρός που φορούσε πυτζάμες. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε ένα δερματόδετο βιβλίο και μόλις είδε το Ζωναίο ένα πλατύ χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπό του. Κι ο Ζωναίος φώναξε όλος χαρά αλλά και με κάποια επισημότητα:
-Μαίρη και Γιάννη, έχω την τιμή να σας συστήσω τον κύριο Αριστογένη Επικύδη. Πρώην Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Ακαδημαϊκό!
(Συνεχίζεται...)








Δημοσίευση σχολίου