25 Νοε 2011

Δώδεκα Λίθοι: Ρουμπίνι

Ένα μίνι διαδικτυακό μυθιστόρημα σε συνέχειες...

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  ΤΡΙΤΟ
Ρουμπίνι
Ο Αριστογένης έμεινε για κάμποσο αμίλητος κοιτάζοντας έξω απ΄το παράθυρο. Κάποια στιγμή μίλησε:
-Να σας βοηθήσω αστυνόμε, αλλά πως; Δε βλέπεις τι γίνεται; Μια Αθήνα αγνώριστη, με χιλιάδες άστεγους, δυστυχισμένους, σκοτεινή, κατεστραμμένη σαν να πέρασε από πάνω της ένας τεράστιος οδοστρωτήρας, η αστυνομία να επιβλέπει απλά τον κόσμο στις ουρές των συσσιτίων, η Κυβέρνηση εξαφανισμένη. Μια Ελλάδα πάμφτωχη, ο κόσμος υποφέρει απ΄το κρύο και τις αρρώστιες και την πείνα. Κοιτάξτε τους εαυτούς σας. Ένας αστυνόμος χωρίς αστυνομία, ένας άστεγος και μια κοπέλα τρομαγμένη. Κι εγώ; Ένας γέρος, μόνος του στη μέση του πουθενά. Να σας βοηθήσω σε τι; Να ανακαλύψετε δώδεκα εκπαιδευμένους εγκληματίες που ένα παράλογο, θεότρελλο σχέδιο τους εξαπόλυσε μέσα σ΄αυτήν την κατεστραμμένη πόλη και στην διαλυμένη κοινωνία; Που διαθέτουν πρόσβαση σε όποια δυνατότητα έχει απομείνει στη χώρα; Τι πιθανότητες επιτυχίας έχουμε αστυνόμε; Και ποιον ενδιαφέρει; Θα προσφέρει κάτι στον κόσμο αν συλλάβεις τους δώδεκα; Θα φτιάξει σε κάτι η ζωή των ανθρώπων; Πες μου αστυνόμε. 

Ο Ζωναίος τον κοίταζε αμίλητος. Ο Γιάννης με τη Μαίρη ήταν κι αυτοί όρθιοι σε μια γωνιά, αγκαλιασμένοι.
-Έξι. Είπε σε κάποια στιγμή ο Γιάννης για να σπάσει τη σιωπή που ακολούθησε.
-Τι έξι; ρώτησε ο Ζωναίος.
-Οι πολύτιμοι λίθοι που έχουμε όλοι μαζί τώρα.Έξι: Ο αμέθυστος στο μενταγιόν μου, το τοπάζι της Μαίρης, ο Λάπις Λάζουλι ο δικός σας αστυνόμε στο κομπολόι, το Μάτι της Τίγρης που μας έριξαν τη νύχτα, ο οψιδιανός απ΄ το γραφείο σας και το Σμαράγδι του κυρίου Επικύδη πάνω στο τραπέζι μπροστά μας. Έξι. 

-Το έχω για προστασία, νόμιζα ότι καταλάβατε το λόγο, απολογήθηκε ο Αριστογένης χωρίς να γυρίσει προς το μέρος των επισκεπτών του.
-Ναι αλλά μόλις γίνουν δώδεκα τα πετράδια μας είπατε ότι...δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της η Μαίρη και το βλέμμα της έπεσε στο χέρι του Αριστογένη και είπε:
-Το έβδομο πετράδι το φοράτε στο δάχτυλο κύριε Επικύδη.

Ο Αριστογένης, αμήχανα κοίταξε το μικρό  δάχτυλο του δεξιού του χεριού. Πράγματι φορούσε ένα δαχτυλίδι χρυσό μ΄ένα μεγάλο κόκκινο πετράδι πάνω του.
-Ναι, το είχα ξεχάσει το δαχτυλίδι, ρουμπίνι είναι η πέτρα, οικογενειακό κειμήλιο είπε ο Αριστογένης και πριν αποσώσει τη φράση του, άρχισε να τρέχει προς τις σκάλες που οδηγούσαν μάλλον στον πάνω πάτωμα της μικρής αγροικίας. Σε λίγο, ο Αριστογένης Επικύδης κατέβηκε με ένα ύφος θριαμβευτικό, κρατώντας στα χέρια ένα μικρό βιβλιαράκι, με σκληρό καφετί εξώφυλλο.
-Δεσποινίς μου, αν μου το επιτρέπατε θα σας φιλούσα, είπε με χαμογελαστό ύφος και πριν προλάβει η Μαίρη να απαντήσει της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Έπειτα, έδειξε στους επισκέπτες του να ξανακαθήσουν και κάθησε κι ο ίδιος. Ήπιε ένα ολόκληρο ποτήρι με νερό και φάνηκε ότι ήταν έτοιμος να εξηγήσει το λόγο της μικρής αναστάτωσης.
-Φίλοι μου, το δαχτυλίδι αυτό όπως σας είπα είναι οικογενειακό κειμήλιο, το κληρονόμησα απ΄τον πατέρα μου, όπως κι αυτό το βιβλίο. Η παρατήρηση της Μαίρης μου άνοιξε τα μάτια και τη σκέψη, αφού μου θύμισε την ύπαρξή του. Σ΄αυτό το βιβλίο ο μακαρίτης ο πατέρας μου έγραφε τις σκέψεις του, τα ραντεβού του, κάθε τι που του έκανε εντύπωση, ένα είδος ημερολογίου ας πούμε.
Οι τρεις επισκέπτες του Αριστογένη κοιτάχτηκαν μεταξύ τους χωρίς να καταλαβαίνουν τι σχέση είχε το ημερολόγιο του πατέρα του πρώην Υπουργού με την υπόθεση των λίθων. Ο Αριστογένης κατάλαβε την αμηχανία και την απορία τους, χαμογέλασε και συνέχισε.
-Ο πατέρας μου ήταν ένας ευκατάστατος, πλούσιο θα τον λέγαμε, από κληρονομιά του παππού μου, καθηγητής της Φιλοσοφίας. Τον συμβουλεύονταν κι εκείνον οι πολιτικοί και οι ισχυροί της εποχής του, όποτε ήθελαν μια γνώμη ενός ανθρώπου τίμιου και σοφού. Μέσα λοιπόν στο ημερολόγιο αυτό έγραφε τις επαφές του, τις απόψεις του, τις γνώμες του και πολλά άλλα. Θυμήθηκα λοιπόν κάτι που είχα διαβάσει σ΄αυτό το ημερολόγιο πολύ παλιά. Γράφει ο πατέρας μου κάπου 50 ή 60 χρόνια πριν από σήμερα, ότι ήρθαν στο σπίτι να τον επισκεφθούν δυο πολύ σημαντικά πρόσωπα της εποχής του. Δεν τα κατονομάζει, αλλά επισημαίνει ότι ήταν οι δυο πιο ισχυροί άνδρες της χώρας εκείνη την περίοδο. Και του είπαν ότι αν κάτι πολύ άσχημο συνέβαινε στην Ελλάδα, είχαν οργανώσει κάποιο σχέδιο οικονομικό και κοινωνικό ώστε να επιβιώσει ένα μεγάλο μέρος των πολιτών. Δεν του εξήγησαν ακριβώς τι και πως αλλά ήθελαν να ξέρει μια συγκεκριμένη διεύθυνση στο εξωτερικό, να την εμπιστευθούν δηλαδή στον ίδιο κι αυτός με τη σειρά του σε δικά του έμπιστα άτομα. Γράφει επίσης στο ημερολόγιο ο πατέρας μου ότι του είπαν πως αυτή η διεύθυνση δεν πρέπει να γίνει γνωστή παρά μόνο σε ανθρώπους που ο πατέρας μου θα εμπιστευόταν τόσο πολύ όσο και οι δυο άνθρωποι αυτοί, τον ίδιο τον πατέρα μου. Και τη διεύθυνση αυτή τη γράφει εδώ μέσα! Βρίσκεται κάπου στην Ολλανδία, σε μια πόλη βόρεια του Άμστερνταμ, το Ζβόλε.
-Και τι σχέση έχει Υπουργέ μου αυτή η ιστορία με τους πολύτιμους λίθους, τους δώδεκα κι όλα αυτά που συζητάμε; ρώτησε ο Ζωναίος, φοβούμενος μήπως ο τέως Υπουργός είχε αρχίσει να χάνει τα λογικά του.
-Και βέβαια έχει. Δηλαδή πρέπει να έχει, είπε ο Αριστογένης που όση ώρα μίλαγε έψαχνε στο ημερολόγιο του πατέρα του. Δείτε!
Άνοιξε το ημερολόγιο σε μια συγκεκριμένη σελίδα. Πράγματι υπήρχε γραμμένη μια διεύθυνση με λατινικούς χαρακτήρες, κάπου στην Ολλάνδία. Αλλά το ενδιαφέρον είναι ότι μάλλον το ίδιο χέρι στο περιθώριο και τριγύρω είχε ζωγραφίσει δώδεκα μικρά ρομβάκια, που έμοιαζαν με πολύτιμους λίθους!
(Συνεχίζεται...)

 
Δημοσίευση σχολίου