14 Νοε 2011

Δώδεκα Λίθοι

Ένα μίνι διαδικτυακό μυθιστόρημα σε συνέχειες...

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Αρκετά με την πραγματική πολιτική. Τα είπαμε, τα ξανάπαμε, τα αναλύσαμε και θα περιμένουμε. Εδώ θα είμαστε να τα λέμε. Συνεχίζουμε με μια καινούρια ιδέα: τη δημοσίευση σε συνέχειες ενός διαδικτυακού μυθιστορήματος. Μικρού για αρχή, να δούμε αν σας αρέσει κιόλας. Είναι προφανές ότι καμία σχέση δε θα 'χει με την επικαιρότητα αφού είναι προϊόν καθαρής φαντασίας. Μην προσπαθήσετε να διακρίνετε ομοιότητες με την πραγματικότητα. 
Καλή ανάγνωση και περιμένουμε την κριτική και τα σχόλιά σας!

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Αμέθυστος
Κάθισε να ξεκουραστεί σ' ένα παγκάκι στο Σύνταγμα. Με το πηγούνι ανάμεσα στις παλάμες, συλλογιζόταν ακόμη μια φορά πόσο άλλαξε η ζωή του μέσα σε λίγα χρόνια. Είχε τελειώσει προγραμματιστής και είχε βρει δουλειά σε μια μικρή εταιρεία. Τα βόλευε καλούτσικα. Μετά, ήρθε η Μεγάλη Κρίση. Η εταιρεία έκλεισε, βρέθηκε κυριολεκτικά στο δρόμο μαζί με χιλιάδες άλλους από επιχειρήσεις που έκλεισαν κι αυτές. Και δεν ξανάνοιξαν ποτέ. Ούτε αυτές, ούτε κι άλλες. Άφησε το διαμέρισμα που νοίκιαζε. Περιπλανήθηκε στους δρόμους για καιρό.Ο κόσμος γύρω του συγκλονίστηκε. Για μήνες δεν άλλαζε τίποτα. Δεν μπορούσε να πιστέψει ποτέ ότι θα κατέληγε άνεργος στην αρχή, άστεγος μετά και τώρα ότι θα ζούσε ψάχνοντας για φαγητό στα σκουπίδια 

Η Αθήνα του 2021, τίποτα δε θύμιζε την παλιά, ζωντανή πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Γιάννης. Χιλιάδες άστεγοι, δρόμοι άδειοι και γεμάτοι λακκούβες, σπίτια εγκαταλελειμμένα, μαγαζιά ξενοίκιαστα και άδεια που άλλοτε ήταν γεμάτα κόσμο και φώτα και στολίδια, μιας και τα Χριστούγεννα ήταν πια κοντά. Τα αυτοκίνητα που άλλοτε πλημμύριζαν την πόλη ήταν πλέον ελάχιστα και τα περισσότερα κρατικά. Οι πλατείες, τα υπόστεγα και τα άδεια μαγαζιά είχαν γίνει πια σκοτεινά καταφύγια απελπισμένων ανθρώπων που έψαχναν για ένα βραδινό κατάλυμμα. Γιατί μόλις ξημέρωνε, μπουλούκια παιδιών, νέων, ηλικιωμένων, ανθρώπων που άλλοτε είχαν σπίτι, δουλειά, αυτοκίνητο, κινητό, οικογένεια, καταθέσεις και κάρτες, ξεχυνόντουσαν στους δρόμους, όργωναν όλη την πόλη, όλο το λεκανοπέδιο, ψάχνοντας άλλοι για φαγητό στα σκουπίδια των πλουσίων σπιτιών, άλλοι για ένα μικρό μεροκάματο ή για επαιτεία κι άλλοι απλώς περιπλανιόντουσαν χαμένοι, προσπαθώντας ακόμη να καταλάβουν τι έγινε και η ζωή τους αναποδογύρισε μέσα σε λίγα χρόνια.

Ο Γιάννης ήταν κοντά στα 30. Ακόμα νέος, γερός και δυνατός. Χωρίς οικογένεια, μόνος του είχε απομείνει να παλεύει σε τούτη την καταστροφή. Είχε εντοπίσει δυο-τρία σπίτια στην Κηφισιά που στα σκουπίδια τους έβρισκε σχεδόν πάντα κάτι για φαγητό. Ήταν κάπως απομονωμένα τα σπίτια και τα σκουπίδια τους δεν μάζευαν πολλούς πεινασμένους άστεγους ακόμα. Ήξερε ότι κάποια στιγμή θα έφταναν κι εδώ τα μπουλούκια των πεινασμένων άστεγων αλλά τότε θα έβρισκε κάποιους άλλους κάδους σε κάποιο άλλο προάστιο. Μπορεί ακόμη και οι ένοικοι να έφευγαν από εκεί και τότε αντίο γεύμα σκουπιδιών. Ο Γιάννης περπατούσε πολύ όλη μέρα. Πήγαινε στην Κηφισιά για σκουπιδο-φαγητό, μετά έκανε μεγάλες βόλτες για να ανακαλύψει άλλους κάδους σε άλλα σπίτια, γιατί ποιος ξέρει τι θα ξημέρωνε. Μετά, όταν σουρούπωνε, επέστρεφε προς το Σύνταγμα που συγκέντρωνε πολύ κόσμο αφού και άδεια μαγαζιά και έρημα σπίτια υπήρχαν για να περάσει το βράδυ αλλά και κάποια ασφάλεια υπήρχε με τόση Αστυνομία να τριγυρίζει. Δεν θα ήταν και τόσο έξυπνο να τον έβρισκε το βράδυ στις ερημιές. Κάποιες φορές - λίγες είναι η αλήθεια - έβρισκε και λίγα ψιλά, πότε από συμπόνια των λίγων ακόμη εργαζομένων και πότε κατά τύχη στο δρόμο, για να κάνει ένα μπάνιο στα μικρά ξενοδοχεία, φαντάσματα του παλιού μεγαλείου τους, που είχαν απομείνει. Όταν περνούσε μπροστά από άδειες βιτρίνες, έβλεπε και στο καθρέφτισμα τον εαυτό του έτσι για να ξέρει πως είναι. Αξύριστος, με μακρυά μαλλιά, ρούχα τριμμένα και βρώμικα, παπούτσια λιωμένα και σκονισμένα. Ένας ναυαγός στο κέντρο της πόλης. 

Τουλάχιστον ήταν ζωντανός. Ναι, θα προσπαθούσε να επιβιώσει όπως μπορούσε και αυτή η σκέψη του άρεσε. Στο στήθος είχε κρεμασμένο ένα μενταγιόν με δερμάτινο λουράκι και στο τελείωμα μια πέτρα από αμέθυστο. Ήταν δώρο χριστουγεννιάτικο - αλλοτινών Χριστουγέννων -  από την εταιρεία που δούλευε. Του θύμιζε τόσα πολλά, τόσες καλές στιγμές, τους συναδέλφους του, τους συνεργάτες του, τη ζωή του. Το χάιδεψε σαν να υποσχόταν ότι δε θα το 'βαζε κάτω. Το ξανάκρυψε γρήγορα μέσα στο άθλιο μπουφάν του και κοίταξε γύρω του μήπως κανείς είδε το μενταγιόν και μετά ποιος ξέρει τι ιδέες θα μπαιναν στο μυαλό ενός απελπισμένου, άστεγου και πεινασμένου ανθρώπου.

Σηκώθηκε απ' το παγκάκι να ξεμουδιάσει. Το κρύο δυνάμωνε κι ένοιωσε την ενστικτώδη ανάγκη να κινηθεί. Καθώς απομακρύνθηκε λίγο τον σταμάτησε μια φωνή βαριά πίσω του:
-Στάσου λίγο! 
Γύρισε, είδε έναν καλοντυμένο μουσάτο, ήταν πιο κοντός απ' το Γιάννη αλλά πολύ πιο σωματώδης, με μακρύ βαρύ παλτό, δερμάτινα γάντια, γούνινο καπέλο, που περιστοιχιζόταν από δυο μαυροκουστουμαρισμένους που κοίταζαν τριγύρω τους αγχωμένοι, κρατώντας με το δεξί τους χέρι ένα ακουστικό στο αυτί τους. Άλλο και τούτο τώρα!
-Εμένα λες; Ρώτησε ο Γιάννης, έτοιμος να τρέξει μακρυά αλλά η αλήθεια είναι ότι οι μαυροκουστουμαρισμένοι δεν θα τον άφηναν να πάει και πολύ μακρυά.
-Ναι! Να σου πω λίγο. Το ύφος ήταν ενοχλητικά επιτακτικό.
Ο καλοντυμένος μουσάτος τον πλησίασε. 
-Μη φοβάσαι. Μπορώ να κοιτάξω λίγο αυτό που έκρυψες στο λαιμό σου;
Ο Γιάννης έμεινε για λίγο ακίνητος. Ο μουσάτος δε φαινόταν να είχε ανάγκη το μενταγιόν του αλλά και πάλι ήταν το δεύτερο πιο παράξενο πράγμα που τον ρωτούσαν σήμερα. Το πρώτο ήταν ότι τον είχαν ρωτήσει την ώρα. Λες και δε φαινόταν ότι το ρολόι του από καιρό είχε γίνει ένα καλό γεύμα από τα τελευταία που είχε απολαύσει σε εστιατόριο, ένα χρόνο πριν.
-Γιατί;  
Το "γιατί" το πρόφερε ταυτόχρονα με την κίνηση να βγάλει το μενταγιόν σε κοινή θέα. Ήταν τόσο περίεργο αυτό που του συνέβαινε που του ερχόταν να βάλει τα γέλια. Ήταν πεινασμένος, χωρίς σπίτι, εξαθλιωμένος και απ' το πουθενά ένας καλοντυμένος τύπος του ζητούσε μέσα σ' αυτό το χάος να δει ένα φτηνό χαϊμαλί που κρεμόταν στο λαιμό του. Αν αυτό δεν ήταν αστείο τότε τι ήταν;
-Αμέθυστος; Ρώτησε ο καλοντυμένος μουσάτος με πολύ σοβαρό ύφος που έκανε όλο το σκηνικό ακόμα πιο γελοίο στα μάτια του Γιάννη.
-Νομίζω ναι. Ο Γιάννης κρατιόταν για να μη γελάσει. Τώρα τον καλούσε ο μουσάτος να κάνει και εκτίμηση ενός ημιπολύτιμου λίθου, μέσα στην πλατεία, με τα κουρέλια ρούχα του να φαντάζουν τόσο παράταιρα με το διάλογο που γινόταν.
-Καλά. Πάρε αυτά. Είπε ο μουσάτος και του πρότεινε δυο χαρτονομίσματα των πενήντα ευρώ.
Οι επόμενες στιγμές κύλησαν αστραπιαία. Ο Γιάννης με το ένα χέρι πήρε τα χρήματα και με το άλλο έμεινε να κρατάει το μενταγιόν στον αέρα. Εξαφάνισε τα λεφτά κάπου μέσα στα ρούχα του. Ο μουσάτος με τους μαυροκουστουμαρισμένους είχε εξαφανιστεί, μέσα σε μια μαύρη κούρσα που μάλλον τους περίμενε κρυμμένη πιο πέρα. Κι ο Γιάννης έμεινε να σκέφτεται αν αυτά που του συνέβησαν ήταν όνειρο, παράκρουση από την πείνα και το κρύο ή πραγματικότητα.
Είχε ετοιμάσει και μια φράση που δεν πρόλαβε να την προφέρει αφού ο μουσάτος είχε κυριολεκτικά φυγαδευτεί από τους μαυροντυμένους φρουρούς του. "Δε θέλω να το πουλήσω τώρα..." θα έλεγε. Φυσικά δεν χρειάστηκε να πει οτιδήποτε. Έκρυψε το μενταγιόν και πάλι. Βεβαιώθηκε ότι τα χρήματα βρισκόντουσαν μέσα σε μια από τις τσέπες που δεν είχαν τρύπα και αποφάσισε να περπατήσει μες στη νύχτα, να φύγει αρκετά μακρυά, γιατί πλέον εκατοντάδες μάτια μπορεί να είχαν δει τι έγινε.
Κάπου κοντά στη Δάφνη, βρήκε ανοικτό ένα μικρό σουβλατζίδικο. Έκατσε να φάει, να σκεφτεί να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί. Αυτά τα λεφτά του έλυναν το μοναδικό πρόβλημα που τον απασχολούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή: την επιβίωση για αρκετές μέρες ακόμα. 
Τι ήταν αυτό τώρα; Ο τύπος πρέπει χωρίς αμφιβολία να τον παρακολουθούσε, ο ίδιος ή οι άνθρωποί του. Αλλά από πότε; Γιατί; Και τι σημασία είχε το μενταγιόν του; Και τελικά ποιος ήταν αυτόςο μουσάτος και γιατί ενδιαφέρθηκε για το ασήμαντο μενταγιόν του; 
Έφερε στη μνήμη του για μια ακόμη φορά εκείνη την εκδήλωση που του είχαν κάνει δώρο το μενταγιόν. Δε θυμήθηκε κάτι ιδιαίτερο ή περίεργο. Ένα συνηθισμένο εταιρικό, χριστουγεννιάτικο πάρτυ ήταν. Ευχές, ανέκδοτα, κεράσματα και μια κοπέλα της εταιρείας τους μοίραζε συμβολικά δωράκια από ένα κόκκινο σακουλάκι. Ο πρόεδρος της εταιρείας απ' το μικρόφωνο έλεγε ό,τι λένε οι πρόεδροι εταιριών σε αυτές τις περιστάσεις. Ο Γιάννης είχε πάρει το πολύχρωμο πακετάκι, το άνοιξε, είδε το μενταγιόν και του άρεσε. Άλλοι αντάλλαξαν μεταξύ τους αυτά που τους έτυχαν. Αυτός κράτησε το μενταγιόν. Κάποια συνάδελφος του είπε ότι το μοβ πετράδι ήταν αμέθυστος. Το φόρεσε και από τότε δεν το είχε βγάλει απ' το λαιμό του, θες από συνήθεια, θες από ανάμνηση. 
Και τώρα; Τι έγινε τώρα; Παράξενα πράγματα.
-Παράξενα αλλά τουλάχιστον τρώμε! Είπε στον εαυτό του. 
Τέλειωσε το γεύμα του κι έπρεπε να βρει ένα κατάλυμα για τη νύχτα. Πήρε να περιπλανιέται και πάλι αλλά το μυαλό του δεν μπορούσε να ξεκολλήσει απ' ότι συνέβη. 
Ο αμέθυστος του εξασφάλισε απρόσμενα φαγητό, του πήρε όμως την ηρεμία. Για πόσο άραγε;
(Συνεχίζεται...)
Δημοσίευση σχολίου