18 Νοε 2011

Δώδεκα Λίθοι:Μάτι του Τίγρη


Ένα μίνι διαδικτυακό μυθιστόρημα σε συνέχειες...

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Μάτι του Τίγρη


Στο αυτοκίνητο του Ζωναίου επικρατούσε το χάος. Ο Ζωναίος ούρλιαζε εκνευρισμένος και χτυπούσε τα χέρια του στο τιμόνι.
-Θα σας κλείσω στη φυλακή να ησυχάσω μια και καλή από εσάς!
-Αστυνόμε, ηρεμήστε, είπε ο Γιάννης, που άρχιζε να σκέφτεται τα πλεονεκτήματα του έγκλειστου σε σχέση με το γεγονός ότι τώρα ήταν άστεγος. Δεν έγινε και τίποτα!
-Θα σου πω εγώ τι έγινε! Έχεις μπλέξει φίλε μου! Πολύ άσχημα, γιατί εμπόδισες αστυνομικό έργο! Ο Ζωναίος ήταν εκτός εαυτού. Τι ερωτήσεις κάνεις, με ποια δικαιοδοσία; 
Ενώ οδηγούσε, έκανε έναν απότομο ελιγμό, χώθηκε σε ένα παράδρομο και σταμάτησε απότομα. Κατέβηκε απ' το αμάξι, το κλείδωσε, επέστρεψε με τρεις καφέδες, ξεκλείδωσε, μπήκε στο αυτοκίνητο έδωσε από έναν καφέ στο Γιάννη και στη Μαίρη, άναψε τσιγάρο, πρόσφερε και στη Μαίρη και όλοι έμειναν αμίλητοι για λίγες στιγμές.
-Πάντως μην περιμένετε να σας φέρνω τσιγάρα και καφέδες στη φυλακή. Είπε ο Ζωναίος, με τόσο σοβαρό ύφος που ο Γιάννης και η Μαίρη χαμογέλασαν με ανακούφιση. 
-Και τώρα, ας βάλουμε κάτω τα πράγματα γιατί εγώ αν δεν τρελαθώ, μάλλον θα τρελαθώ. Συνέχισε ο Ζωναίος. «Οι 12 ζητούν τους 12» τι μας λέει; Ποιοι είναι οι 12; Ποιοι είναι οι άλλοι 12; Γιατί οι μεν ζητούν τους δε; Ο Ζωναίος είχε πάρει φόρα και οι Γιάννης τον έκοψε απότομα:
-Αστυνόμε, πριν αρχίσουμε να απαντάμε σ' αυτά, δε νομίζετε ότι πρέπει να ολοκληρώσετε τον κύκλο τον διευθύνσεων που σας έδωσε ο Ανδοκίδης; Γιατί έχετε άλλες τρεις διευθύνσεις στα χέρια σας κι εμείς πήγαμε μόνο στην κυρία Ευτέρπη, στη μια διεύθυνση. 
- Αγόρι μου, στις άλλες διευθύνσεις δύσκολα θα πάμε και ακόμη πιο δύσκολα θα μιλήσουμε με κάποιον από εκεί μέσα απάντησε ο Ζωναίος απογοητευμένος.
-Γιατί; Η αστυνομία δεν είστε; αναρωτήθηκε ο Γιάννης.
-Οι διευθύνσεις που έδωσε ο Ανδοκίδης αντιστοιχούν σε ανθρώπους που είναι πολύ ψηλά, απάντησε ο αστυνόμος κοφτά. Απ' αυτούς τους ανθρώπους δεν μαθαίνεις τίποτα κι αν ασχοληθείς περισσότερο τότε μπορεί και να βρεθείς να βάζεις σφραγίδες σε αποδείξεις αγοράς για χαρτιά τουαλέτας των συνταξιούχων αστυνομικών. Ο Ζωναίος είχε φανερά απογοητευτεί.
-Εντάξει, τότε ας δούμε που βρισκόμαστε, είπε ο Γιάννης σε μια προσπάθεια να βάλει το Ζωναίο να σκεφτεί περισσότερο και ίσως να απογοητευτεί λιγότερο.
-Σίγουρα ένα απ' τα δύο δωδεκάρια είναι οι πολύτιμοι λίθοι που κράταγε στο κουτί ο Κλεισθένης. Άρχισε ο Γιάννης. Δώδεκα πολύτιμοι λίθοι, που σημαίνει ότι ή αυτοί οι λίθοι ζητάνε άλλους δώδεκα, ή κάποιοι άλλοι - πιθανώς πρόσωπα - ζητάνε αυτούς τους δώδεκα λίθους που είχε ο Κλεισθένης. Αλλά γιατί; 
-Και να μην ξεχνάμε ότι ο Κλεισθένης τρόμαξε πολύ όταν είδε την ακουαμαρίνα, πρόσθεσε η Μαίρη.
-Δηλαδή ο δέκατος τρίτος λίθος που στείλανε στον Κλεισθένη κάτι σήμαινε και μάλιστα πολύ κακό, παρατήρησε ο Γιάννης.
-Άρα, οι δώδεκα ζητούν δώδεκα, αλλά μόλις γίνουν δεκατρείς τότε κάτι πολύ κακό θα συμβεί σ' αυτόν που τους κατέχει, είπε ο Ζωναίος. Κι αυτό το πολύ κακό, το δίνει σαν μήνυμα εκείνος που έστειλε την ακουαμαρίνα. Κάτι γίνεται!
-Και μην ξεχνάμε ότι όποιος έχει έναν λίθο, αμέθυστο ή τοπάζι ας πούμε, τώρα ο Γιάννης ήταν γεμάτος ενθουσιασμό απ' την ανακάλυψή του, ευνοείται! Είτε του δίνουν χρήματα...
-Ή είναι προστατευμένος! συμφώνησε η Μαίρη. Πολύ σωστά! 
-Γι' αυτό κι ο Κλεισθένης, έστελνε στ' αγαπημένα του πρόσωπα πολύτιμους λίθους! Ο Ζωναίος είχε μπει στο παιχνίδι και πήρε φόρα: Ήθελε να προστατέψει τους αγαπημένους του, τη Μαίρη, την Ευτέρπη, τον Ανδοκίδη. Αλλά σε καμιά περίπτωση οι λίθοι δεν έπρεπε να γίνουν δεκατρείς. Αυτό σημαίνει κάτι κακό. Μέχρι δώδεκα εντάξει, αφού όπως είχε πει και στην Ευτέρπη, οι λίθοι θα "του έσωζαν τη ζωή!". Άρα, ο Κλεισθένης ήταν προστατευμένος, αφού είχε μέχρι δώδεκα λίθους, έστελνε σε δικούς του ανθρώπους τους λίθους που έπαιρνε για να τους προστατέψει τη ζωή και κάποια στιγμή του στείλανε το μήνυμα:"Φίλε, κάτι κάνεις λάθος και την πάτησες άσχημα!", πάρε ένα έξτρα λίθο και πάρε και το μήνυμα μαζί. Μπράβο! Ο Ζωναίος θριαμβολογούσε τώρα!
-Εδώ, είναι που αρχίζει και ξαναμπερδεύεται το πράγμα, είπε ο Γιάννης για να ξαναγυρίσει η παρέα σε βαθιά σκέψη. Από τι ακριβώς κινδυνεύει κάποιος και από τι ακριβώς προστατεύεται; Προφανώς από κάποιους, γιατί ο μουσάτος που μου έδωσε τα χρήματα στο Σύνταγμα ήταν πολύ αληθινός και τα χαρτονομίσματα επίσης. Κι αν το "καλό" είναι πραγματικό κι όχι φάντασμα, τότε και το "κακό", αυτό που τρόμαξε τον Κλεισθένη, πρέπει να είναι εξίσου αληθινό. Από κάποιους ανθρώπους κινδύνευε και αυτούς φοβόταν.
-Τους άλλους δώδεκα! Είπε ο Ζωναίος κραυγάζοντας αυτή τη φορά. 
-Ναι, αλλά ποιους δώδεκα; παρατήρησε η Μαίρη.
-Δεν ξέρω ακόμα, παραδέχτηκε ο Ζωναίος. Αυτό το ψάχνω...Ξέρουμε όμως ότι οι λίθοι έρχονταν στον Κλεισθένη απ' το εξωτερικό και επίσης ότι γνώρισε κάποιους ανθρώπους σε ένα ταξίδι του σχετικά με το θέμα αυτό, έτσι τουλάχιστον μας είπε η Ευτέρπη.
-Κι αν όπως μας λέτε ο Κλεισθένης είχε στείλει και λίθους σε πολύ σπουδαία πρόσωπα, που δε μπορεί ούτε να τα ρωτήσει η αστυνομία, τότε μιλάμε για κάτι που αφορά την ελίτ, σχολίασε ο Γιάννης.
-Αστυνόμε δεν μπορείτε να εντοπίσετε από ποιους έφταναν αυτά τα δέματα στον Κλεισθένη; ρώτησε η Μαίρη.
-Δυστυχώς, τίποτα δε λειτουργεί στις μέρες μας, είπε ο Ζωναίος, δεν έχουμε τις δυνατότητες που είχαμε πριν την κρίση. Ό,τι κάνουμε, το κάνουμε με κάποιο τηλέφωνο, στην καλύτερη περίπτωση ή ψάχνοντας οι ίδιοι δεξιά κι αριστερά. Πάνε οι εποχές που είχαμε τα μέσα...


Πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση του, ένας μαύρος όγκος, ένα κατάμαυρο αμάξι, πέρασε δίπλα απ' το παρκαρισμένο αυτοκίνητο του Ζωναίου, κι απ΄ το φυμέ ανοιχτό παράθυρο εκτοξεύτηκε με δύναμη ένα πακετάκι, σπάζοντας το τζάμι του οδηγού, στο πάνω μέρος. Το πακετάκι έπεσε στο δρόμο, η μαύρη κούρσα έφυγε με μεγάλη ταχύτητα, ο Ζωναίος χωρίς να το σκεφτεί έβαλε μπροστά να φύγει, οι δυο συνεπιβάτες του είχαν ασυναίσθητα σκύψει στο πάτωμα του αυτοκινήτου, ο Γιάννης για πρώτη φορά βρέθηκε τόσο κοντά στο πρόσωπο της Μαίρης και σκέφτηκε πόσο διάφανο του φαινόταν στο μισοσκόταδο, η Μαίρη είχε κλείσει τα μάτια από την έκπληξη και τον τρόμο και όλα αυτά έγιναν μέσα σε δυο ή τρεις στιγμές.
Δεν είχε προλάβει να απομακρυνθεί κάποια μέτρα το αυτοκίνητο απ΄το πακετάκι και ο Ζωναίος πάτησε απότομα φρένο. Ο αστυνόμος κατέβηκε, έτρεξε προς το πεσμένο πακετάκι, το τίναξε απ' τις σκόνες, και τότε είδε ότι ήταν μισοσκισμένο, λασπωμένο και έτοιμο να διαλυθεί. Μέσα, φαινόταν ήδη ένα βαρύ ξύλινο κουτάκι κοσμηματοπώλη, χωρίς κανένα όνομα ή διεύθυνση. Το άνοιξε διστακτικά. Μια καφέ γυαλιστερή πέτρα, με χρυσές κηλίδες εμφανίστηκε στο κέντρο του κουτιού, τοποθετημένη σ' ένα γκριζωπό μαξιλαράκι. Άλλος ένας πολύτιμος λίθος. Ο αστυνόμος κοίταξε δεξιά κι αριστερά, αυθόρμητα. Η μαύρη κούρσα είχε ήδη εξαφανιστεί. Ο Γιάννης με τη Μαίρη, βγήκαν απ' το αμάξι και πλησίασαν τον αστυνόμο που είχε μείνει αποσβολωμένος.
-Μη μου πείτε αστυνόμε: άλλη μια πέτρα, σωστά; Ρώτησε ο Γιάννης.
-Σίγουρα μας παρακολουθούσαν! είπε η Μαίρη.
-Ναι και ναι! συμφώνησε ο Ζωναίος.
Τους έδειξε την πέτρα. 
-Ένα Μάτι του Τίγρη, είπε η Μαίρη. Είχα ένα δαχτυλίδι κάποτε από τέτοια πέτρα!
-Μας παρακολουθούσαν, άγνωστο για πόσο και μας στέλνουν ένα μήνυμα. Συμπέρανε ο Γιάννης.
-Τι μήνυμα, ρώτησε ο Ζωναίος.
-Αμέθυστος, δικός μου, ο δικός σας Λάπις Λάζουλι του κομπολογιού αστυνόμε, το τοπάζι της Μαίρης, και τώρα ένα Μάτι του Τίγρη. Είχαμε τρεις πέτρες και μας έστειλαν άλλη μια, τέσσερις. Όταν φτάσουμε τις δώδεκα, πρέπει να φοβόμαστε ό,τι φοβόταν κι ο Κλεισθένης...


(Συνεχίζεται...)








Δημοσίευση σχολίου