20 Ιουν 2007

Η Απατηλή Λάμψη των Αριθμών

Η βροχή των δημοσκοπήσεων που ενέσκηψε πρόσφατα στο πολιτικό τοπίο δεν κατάφερε και δεν είχε σκοπό βεβαίως, να ρίξει το πολιτικό θερμόμετρο. Σαφώς και η ποικιλία των δεδομένων που παρουσιάσθηκαν στην κοινή γνώμη αποτελεί από μόνη της ένα πολιτικό μήνυμα, που δεν θα εξετάσουμε τώρα, ενώ παράλληλα μας τροφοδοτεί με στοιχεία που αποσαφηνίζουν τις τάσεις της κοινής γνώμης σχετικά με τις εξελίξεις.

Κατ΄αρχήν πρέπει να δεχθούμε ότι όλες οι δημοσκοπήσεις συνιστούν επιστημονικά προϊόντα που υπόκεινται μεν σε διαφορετικές αναγνώσεις και ερμηνείες, στην ουσία τους όμως δεν χάνουν το κύρος τους επειδή πραγματοποιούνται για να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένες ανάγκες. Είναι ανάλογο φαινόμενο με αυτό που συμβαίνει με όλα τα παράγωγα της σύγχρονης τεχνολογίας: η αξία ή η απαξία που θα τους προσδώσουμε είναι ανεξάρτητη από την επιστημονική γνώση που ενσωματώνουν. Στην περίπτωσή μας, η ανάδειξη για λόγους κομματικού συμφέροντος, συγκεκριμένων όψεων της εκάστοτε μέτρησης της κοινής γνώμης δεν πρέπει να μας αποτρέψει από την ουσιαστική θεώρηση του πολιτικού τοπίου όπως αυτό συλλαμβάνεται και εισπράττεται από το εκάστοτε δείγμα κάθε εταιρείας δημοσκοπήσεων και στη συνέχεια υποβάλλεται στη βάσανο του στατιστικού μοντέλου που η κάθε μια εφαρμόζει. Για να το θέσουμε απλούστερα, είναι μαθηματικώς αδύνατη η επιλογή του απολύτως αντιπροσωπευτικού δείγματος, ώστε κάθε μεταβολή ή τάση του συνολικού πληθυσμού να απεικονίζεται αμέσως-και έχει μεγάλη σημασία ο χρόνος-στο εν λόγω δείγμα. Τελικά, αν το δείγμα είναι επιστημονικώς επιλεγμένο αυτό θα γίνει, αλλά με  κάποια καθυστέρηση.  Αν συνεπώς, γνωρίζω ότι στο δείγμα μου δεν έχει περάσει ακόμη κάποια συγκεκριμένη τάση, τότε εφόσον επιθυμώ να παρουσιάσω ευνοϊκά για τους σκοπούς μου ποσοστά έχω τη δυνατότητα να επιλέξω τη διενέργεια μιας δημοσκόπησης σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Όμως, μια αντικειμενική και ορθή ανάγνωση των αποτελεσμάτων δεν είναι δυνατόν να αποκρύψει από τον προσεκτικό και αντικειμενικό αναλυτή την πραγματικότητα της δεδομένης στιγμής.

Με το επιπλέον πλεονέκτημα που μας προσδίδει η πληθώρα των μετρήσεων, έχουμε τη δυνατότητα να λάβουμε μια πολύ σαφή εικόνα των απόψεων της κοινής γνώμης. Ένα από τα πρώτα συμπεράσματα που μπορούμε να διατυπώσουμε είναι η αναντιστοιχία μεταξύ του κλίματος που έχει διαμορφωθεί στα ΜΜΕ και εκείνου που πραγματικά επικρατεί στο εκλογικό σώμα. Ο δημόσιος διάλογος περιστρέφεται γύρω από τις πρόωρες εκλογές και μάλιστα η πολιτική συμπεριφορά αρκετών εκ των συμμετεχόντων στο πολιτικό παίγνιο είναι παρόμοια με εκείνη της παραμονής των εκλογών. Η κοινή γνώμη όμως αντιδρά στα επικοινωνιακά ερεθίσματα με εντελώς διαφορετικό τρόπο, συμπεριφερόμενη όπως αρμόζει στον πραγματικό πολιτικό χρόνο, δηλαδή στα τρία τέταρτα μιας κυβερνητικής θητείας. Δεν επιθυμεί προκήρυξη πρόωρων εκλογών, αναμένει την προώθηση του προγράμματος της κυβέρνησης ενώ παράλληλα διοχετεύει χαλαρή ψήφο-δημοσκοπική- διαμαρτυρίας προς τα μικρότερα κόμματα,αποδίδοντας δε σχετικά χαμηλά- περίπου 82% για τη ΝΔ και 84% για το ΠΑΣΟΚ- ποσοστά συσπείρωσης των δύο μεγάλων κομμάτων. Αληθινά θεωρεί κανείς πως σε περίοδο συντηρητικής στροφής της κοινωνικής και πολιτικής ζωής τα δύο μεγάλα κόμματα θα συγκεντρώσουν ποσοστό κάτω του 80%; Παρόμοιο γεγονός δεν συνέβη στις πλέον προοδευτικές στιγμές της πολιτικής ζωής της Ελλάδος και είναι μάλλον απίθανο να συμβεί υπό την παρούσα  συγκυρία. Η κοινή γνώμη λοιπόν δεν τρέχει με ρυθμούς εκλογών.

Σε αυτό το "χαλαρό" εκλογικό υπόστρωμα, οι όποιοι σχεδιασμοί  πραγματοποιούνται είναι  αποκλειστικά θεωρητικοί και η μόνη επικοινωνιακή τακτική που είναι δυνατόν να αποδώσει είναι η "επένδυση για το μέλλον". Η διαμόρφωση δηλαδή όλων εκείνων των χαρακτηριστικών που θα συνθέσουν αργότερα το προφίλ του κάθε πολιτικού υποκειμένου-κόμματος, αρχηγού, επί μέρους προσώπων και πολιτικών. Τούτο γίνεται εμφανές και στις επικοινωνιακές τακτικές που εφαρμόζουν οι δύο ανταγωνιστές της εξουσίας. Εμφανίζονται με διαφορετικά επικοινωνιακά προφίλ σε κάθε ευκαιρία, πολωτικά, ήπια, μοντέρνα, παραδοσιακά, αναλύοντας τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης χωρίς ακόμη να παγιώνουν την τελική τους εικόνα. Αν και όσοι, παρ' ελπίδα, επενδύσουν πολιτικά στην παρούσα απατηλή λάμψη των αριθμών θα διαπιστώσουν ότι δεν είναι χρυσός ό,τι γυαλίζει.

Εξακολουθούμε όμως, και ενισχύεται η πεποίθηση αυτή από τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων, να θεωρούμε ότι ο μεν κ. Καραμανλής ανταγωνίζεται με αντιπάλους εκτός κόμματος της ΝΔ, ήτοι τους "φυσικούς" αντιπάλους της ΝΔ-την αξιωματική αλλά και την ελάσσονα αντιπολίτευση, ενώ ο κ. Παπανδρέου-και για όσο διάστημα θα υφίσταται εμφανής ανισορροπία μεταξύ της δικής του αρνητικής επικοινωνιακής εικόνας και της πιο θετικής του κόμματός του- ανταγωνίζεται τους εσωκομματικούς του αντιπάλους. Όχι κατ' ανάγκην τα πρόσωπα, μολονότι αυτό δεν αποκλείεται, αλλά την ασάφεια του πολιτικού του λόγου που δεν αποτελεί δύναμη συνεκτική για την παράταξή του. Αυτό είναι και το κεντρικό σημείο που τελικά αποβαίνει σε όφελος της ΝΔ και της προσδίδει το σημαντικό πλεονέκτημα ελευθερίας να διαχειρισθεί-χωρίς αντίπαλο- το "μεσαίο χώρο" ο οποίος και αποφαίνεται για το νικητή των εκλογών.

Η αποδοχή από την κοινή γνώμη περί της συγκρότησης πεντακομματικής Βουλής, όπως τουλάχιστον εμφανίζεται από τα δημοσκοπικά ευρήματα, είναι ομοίως απότοκο της απατηλής λάμψης των αριθμών. Δεν αναφερόμαστε στην εκλογική επιρροή κάθε κόμματος, όπου πραγματικά είναι δυνατόν να προκύψει τέτοιο εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά στη στάση της κοινής γνώμης απέναντι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Θεωρούμε ότι πρόκειται περί εικονικής πραγματικότητας διότι το ερώτημα αν επιθυμεί ο πολίτης μια πεντακομματική κοινοβουλευτική σύνθεση, είναι σχεδόν βέβαιο ότι ανά πάσα στιγμή θα λάβει κατά πλειοψηφία θετική απάντηση. Ο μέσος πολίτης κολακεύεται να θεωρεί τον εαυτό του δημοκρατικό και πλουραλιστή και αυτό απεικονίζει η αναφερόμενη μέτρηση. Αν το ερώτημα ετίθετο με διαφορετικό τρόπο, αν για παράδειγμα ερωτάτο ο πολίτης περί της αποδοχής ή όχι μιας περιόδου κυβερνητικής αστάθειας λόγω αδυναμίας συγκρότησης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, τότε τα αποτελέσματα θα ήταν διαφορετικά. Εκτιμούμε ότι η διετία 2008-2010, λόγω της εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας, επιτρέπει την εκ νέου- από την εποχή των οικουμενικών κυβερνήσεων- "εκπαίδευση" της κοινής γνώμης σε τέτοια ζητήματα. Παρέχεται δηλαδή η δυνατότητα στο εκλογικό σώμα να εκφράσει - ανώδυνα από άποψη διάρκειας- τη δυσαρέσκειά του για το δικομματισμό ή και να "δοκιμάσει" μια περίοδο ισχνής κυβερνητικής πλειοψηφίας με την παρουσία πέμπτου κόμματος στη Βουλή. Η επάνοδος ισχυρότερου του δικομματικού συστήματος μετά την περίοδο αυτή πρέπει να θεωρείται δεδομένη, ομοίως δε και η απομάκρυνση της ιδέας περί "τρίτου πόλου".





Powered by ScribeFire.

Δημοσίευση σχολίου