28 Ιαν 2010

Καλύτερα μια "Ήπια Πτώχευση" Τώρα;

Αντί της επιβολής επαχθών μέτρων αργότερα; Δυστυχώς το ερώτημα πλανάται μετά και τους τελευταίους άστοχους χειρισμούς του κυβερνητικού οικονομικού επιτελείου κυρίως σε ό,τι αφορά δύο συγκεκριμένους τομείς:
  • Την επιλεγείσα μεθοδολογία χειρισμού του προγράμματος δημοσίου δανεισμού
  • Την αδράνεια και τη φτωχή ποιότητα αντίδρασης - θα προσθέταμε και την παντελή έλλειψη σχεδιασμού - απέναντι στις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις, που αφορούν και στη χώρα μας.
Κανείς δεν θα δικαιούτο να προσάψει στην Κυβέρνηση Παπανδρέου τον παραμικρό ψόγο υπό άλλες συνθήκες και πριν ολοκληρώσει ένα επαρκή πολιτικό κύκλο. Στην παρούσα συγκυρία όμως και για λόγους που πολύ μικρή σημασία μπορεί να έχουν, οπότε και δεν μπαίνουμε στη διαδικασία ανάλυσής τους, διαφαίνεται ότι το συνολικό πολιτικό δυναμικό της Κυβέρνησης δεν επαρκεί ώστε να αντιμετωπίσει επαρκώς την οικονομική κατάσταση.
Η Κυβέρνηση έχει σπαταλήσει χρόνο και πολιτικό κεφάλαιο σε τομείς και διαδικασίες που υπό κανονικές συνθήκες θα αξιολογούντο θετικά. Εντούτοις, δείχνει να μην έχει αντιληφθεί -ως σύνολο - την ανάγκη για συγχρονισμό με τις απαιτήσεις της παρούσας οικονομικής φάσης. Ομοίως και το σύνολο του πολιτικού συστήματος της χώρας δεν δείχνει έτοιμο να παράσχει ουδέν περισσότερο από μια κατ' επίφαση και αποσπασματική - ενίοτε και ιδιοτελή πολιτικά - ελάχιστη συναίνεση. Ομοίως και η ελληνική κοινωνία δε δείχνει καμία διάθεση να εφαρμόσει εγχώριας προέλευσης αναγκαίες και ρηξικέλευθες πλην επώδυνες οικονομικές πολιτικές.
Κατά συνέπεια δεν θα ήταν εντελώς ανεδαφική η πρόταση άμεσης προσφυγής στην "ομπρέλα" της κοινοτικής αλληλεγγύης όχι μόνο στο επίπεδο της πολιτικής στήριξης, η οποία όπως όλα δείχνουν αφενός παρέχεται μετά δυσκολίας και αφετέρου δεν επαρκεί, αλλά και της ουσιαστικής οικονομικής στήριξης με αντίτιμο την εφαρμογή ενός ευρωπαϊκού πλέον, τόσο στο σχεδιασμό όσο και στην επίβλεψη εφαρμογής, προγράμματος σταθερότητας. Τεχνοκρατικά επαρκούς και πολιτικά ισχυρού.
Είναι κατανοητό ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν φαίνεται να διαθέτει ούτε τα απαραίτητα "εργαλεία" αλλά - όπως όλα δείχνουν -  ούτε και την πολιτική βούληση, επί του παρόντος, για κάτι τέτοιο. Η υποτίμηση του ευρωπαϊκού νομίσματος - με αφορμή και την ελληνική περίπτωση - λειτουργεί προς το συμφέρον των εξαγωγικών οικονομιών της ευρωζώνης, παίζοντας το ρόλο μιας ακούσιας διολίσθησης, αγαπημένο καταφύγιο των απανταχού πολιτικών διαχρονικά. Ωστόσο μπροστά στον κίνδυνο διάχυσης - υπό μορφήν "ντόμινο" - των ελληνικών προβλημάτων, στην ευρωζώνη, μια τέτοια λύση θα μπορούσε να "εφευρεθεί" στο όνομα των "έκτακτων αναγκών" που αντιμετωπίζει μια χώρα-μέλος. Εξάλλου, ο επαπειλούμενος κίνδυνος διάχυσης ή "συντονισμού" εμφάνισης κρίσεων, σε "βαρύτερες" της ελληνικής, ευρωπαϊκές οικονομίες θα μπορούσε να ωθήσει την Ευρώπη σε αυτήν την κατεύθυνση: στην εκπόνηση και εφαρμογή ενός "σχεδίου διάσωσης" τουλάχιστον μιας μικρής ευρωπαϊκής οικονομίας όπως είναι η ελληνική, προσδίδοντας βάθος και ισχύ στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, ενώ τα ελεγχόμενα αλλά σε κάθε περίπτωση δυσμενή μέτρα θα λειτουργούσαν ως "αντιπαράδειγμα" για κάθε υποψήφια προς ευρωπαϊκή επιτήρηση οικονομία.
Τα κανάλια διάχυσης της ελληνικής κρίσης είναι πολλά. Ενδεικτικά θα μπορούσε να σημειώσει κανείς την "εκ συμπαθείας" άνοδο των επιτοκίων δανεισμού και άλλων ελλειμματικών οικονομιών όπως της Ιταλίας ή της Ισπανίας, στη βάση και επ' αφορμή του "ελληνικού δανειστικού μοντέλου",  την ενδεχόμενη κρίση ρευστότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος -ισχυρά συνδεδεμένου με το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα - απότοκη της εγχώριας δημοσιονομικής κρίσης και της υποβάθμισης του αξιόχρεου κράτους και τραπεζών, τις πληθωριστικές πιέσεις που εύκολα μπορούν να "δραπετεύσουν" από τα όρια της ελληνικής επικράτειας ή ακόμη χειρότερα την εμφάνιση συμπτωμάτων αποπληθωρισμού.
Στα θετικά μιας τέτοιας επιλογής, για την Ελλάδα, θα ήταν βεβαίως η αποφυγή της σαφώς δυσμενέστερης - από πλευράς όρων - προσφυγής στο ΔΝΤ σε μη ελεγχόμενο χρόνο και υπό το βάρος δυσμενέστερων συγκυριών, η με πολιτικούς και όχι αμιγώς οικονομικούς όρους διαπραγμάτευση του προγράμματος με την Ευρώπη, στη φάση που Ελλάδα ουσιαστικά βρίσκεται στα αρχικά στάδια ενός επερχόμενου δημοσιονομικού "τυφώνα" αλλά και ένα σημαντικό κέρδος χρόνου εις όφελος - τελικά -των Ελλήνων πολιτών. Αντίθετα, η προσπάθεια εφαρμογής ενός προγράμματος εγχώριου και υπό τη διαρκή αίρεση του πολιτικού κόστους, δεδομένων και των επερχόμενων δημοτικών εκλογών αλλά και των κοινωνικών αντιδράσεων ή άλλων απρόβλεπτων γεγονότων, θέτει σε σοβαρή αμφιβολία όχι τόσο την επίτευξη των ποσοτικών στόχων του - αφού ούτως ή άλλως εδράζονται σε σημαντικό βαθμό στη φορολόγηση -  αλλά στην επίτευξη των χρονικών του επιδιώξεων. Κι επειδή μια χώρα είναι υποχρεωμένη να διαβλέπει και να ανταπεξέρχεται υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, το τριετές κυβερνητικό πρόγραμμα σταθερότητας - ακόμη και στην περίπτωση που εφαρμοσθεί κατά γράμμα - δεν θα επαρκεί, για να χρησιμοποιήσω μια ήπια έκφραση, σε μια ενδεχόμενη εκ νέου βύθιση της παγκόσμιας οικονομίας κατά τη διάρκεια εφαρμογής του. Κατά συνέπεια, θα ήταν απείρως χρησιμότερη η ελεγχόμενη εκούσια προσφυγή μας κατά το δυνατόν ενωρίτερον υπό ευρωπαϊκή επιτήρηση και υπό ευρωπαϊκό πρόγραμμα σε συνθήκες ανάνηψης της διεθνούς οικονομίας, αντί μιας - έστω και ολιγοπίθανης - ακούσιας και υπό μια νέα διεθνή κρίση καταφυγής μας στο ΔΝΤ και σε χρόνο που δεν θα ελέγχεται από εμάς. Με απλά λόγια, μπορεί κανείς να προβλέψει ότι στην επόμενη τριετία που εμείς θα εφαρμόζουμε πρόγραμμα σταθερότητας, το διεθνές σύστημα δεν θα ξανακυλήσει προς τα κάτω;

Διαβλέποντας το όλο ζήτημα συνολικά, ίσως ήρθε η ώρα των αποφάσεων και για τους λαούς της Ευρώπης. Θα παραμείνουν σε μια χαλαρή νομισματική και οικονομική ένωση ή θα προχωρήσουν στο μεγάλο βήμα της πολιτικής ενοποίησης, διότι ουσιαστικά αυτό θα σηματοδοτήσει η πολιτική απόφαση περί διάσωσης της ελληνικής οικονομίας με ευρωπαϊκή υπογραφή.


Δημοσίευση σχολίου